Ἀπὸ ἕκτης ὥρας, τὸ ἥμισυ τῆς ἡμέρας· ὅτε γὰρ ἐμέσασαν οἱ χρόνοι οἱ ἀπ᾽ ἀρχῆς κτίσεως, καὶ ἕως συντελείας, τότε μεσημβρινὸν ἀπεστάλη Μωϋσῆς καὶ Ἀαρών. Καὶ γὰρ ἡ κατὰ νόμον λατρεία, ἕως ὀγδόης· ἐννάτη δὲ ὥρα, καιρὸς τῶν πνευματοφόρων προφητῶν· καὶ γὰρ αὐτοὶ ὡς καλοὶ ἐργάται ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ οἰκοδεσπότου ἐργάσασθαι τὸν ἀμπελῶνα τῆς ψυχῆς ἡμῶν ἕως δεκάτης. Ἑνδεκάτη ὥρα, ἐπιδημία τοῦ Μονογενοῦς· ἐπ᾽ ἐσχάτων γὰρ τῶν χρόνων ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων ἐπεδήμησεν ἡμῖν ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς, Θεοῦ Λόγος· ὥσπερ γὰρ ἀπὸ ἑνδεκάτης εἰς δωδεκάτην ἄλλη μία ὥρα ἐστὶν ἡ ἐσχάτη, οὕτως ἀπὸ τῆς ἐπιδημίας Χριστοῦ ἕως τῆς συντελείας, ἄλλη μία ὥρα ἐστίν. Ἄκουσον τοῦ Ἰωάννου λέγοντος· «Τεκνία, ἐσχάτη ὥρα ἐστίν.» Ὁρᾷς ὅτι τῇ ἑνδεκάτῃ ἐξελθὼν ὁ τοῦ ἀμπελῶνος δεσπότης, εὑρὼν ἀργοὺς ἐμισθώσατο. Τίνες οὗτοι οἱ ἀργοί; Ἡμεῖς οἱ ἀπὸ τῶν ἐθνῶν· ἀργοὶ γὰρ ἦμεν ἀπὸ θεογνωσίας, ἀργοὶ ἀπὸ ἔργων ἀγαθῶν. Καὶ λέγει αὐτοῖς· «Τί ἑστήκατε ὧδε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί·» Ὅλην τὴν ἡμέραν ἀπ᾽ ἀρχῆς κτίσεως κόσμου, ἕως τῆς ἐπιδημίας αὐτοῦ χρόνον ἐσήμανεν· ἕως γὰρ τότε ἀργὰ ἦν τὰ ἔθνη, Θεὸν μὴ εἰδότα· «Οὐδεὶς γὰρ, φασὶν, ἡμᾶς ἐμισθώσατο.» Εὐγνώμονα τὰ ἔθνη· τῷ γὰρ οὐδεὶς αὐτὰ ἐμισθώσατο, οὐ νόμοι, οὐ προφῆται· τῷ Ἰσραὴλ ἐκεῖνοι ἀπεστάλησαν, οὐ τοῖς ἔθνεσιν· διὸ καλῶς λέγουσιν, ὅτι «Οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο.»
Μετάφραση
Από την έκτη ώρα, που είναι το ήμισυ της ημέρας· διότι, όταν έφτασαν στο μέσο τους οι χρόνοι από την αρχή της κτίσεως έως τη συντέλεια, τότε εστάλησαν το μεσημέρι ο Μωυσής και ο Ααρών. Διότι η λατρεία σύμφωνα με τον νόμο διήρκεσε έως την όγδοη ώρα· η ένατη ώρα είναι η εποχή των πνευματοφόρων προφητών· διότι και αυτοί ως καλοί εργάτες εστάλησαν από τον οικοδεσπότη για να εργαστούν στον αμπελώνα των ψυχών μας έως τη δέκατη ώρα. Η ενδέκατη ώρα είναι η παρουσία του Μονογενούς· διότι στους έσχατους χρόνους, κατά τη συντέλεια των αιώνων, ήλθε σε εμάς ο Υιός του Θεού, ο Λόγος του Θεού. Διότι, όπως από την ενδέκατη μέχρι τη δωδέκατη απομένει άλλη μία ώρα, η έσχατη, έτσι και από την παρουσία του Χριστού μέχρι τη συντέλεια, άλλη μία ώρα απομένει. Άκουσε τον Ιωάννη που λέει: «Παιδιά μου, είναι η έσχατη ώρα.» Βλέπεις ότι, βγαίνοντας ο δεσπότης του αμπελώνα την ενδέκατη ώρα, βρήκε κάποιους αργούς και τους μίσθωσε. Ποιοι είναι αυτοί οι αργοί; Εμείς, που προερχόμαστε από τα έθνη· διότι ήμασταν αδρανείς στη θεογνωσία, αργοί στα αγαθά έργα. Και τους λέει: «Γιατί στέκεστε εδώ όλη την ημέρα αργοί;» Με το «όλη την ημέρα», υπέδειξε τον χρόνο από την αρχή της κτίσεως του κόσμου έως την παρουσία Του· διότι μέχρι τότε τα έθνη βρίσκονταν σε αδράνεια, μην έχοντας γνωρίσει τον Θεό. «Διότι κανείς», λένε, «δεν μας μίσθωσε». Ειλικρινή τα έθνη· διότι πράγματι κανείς δεν τα μίσθωσε, ούτε νόμοι, ούτε προφήτες· αυτοί εστάλησαν στον Ισραήλ, όχι στα έθνη· γι' αυτό σωστά λένε ότι «Κανείς δεν μας μίσθωσε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες