Τί, μηδέπω πληρώσας τῆς ἡμέρας τὸ μέτρον, μεταδιώκεις τὴν ἄνεσιν; Ἔκδεξαι τὴν ἑσπέραν, τὸ πέρας τῆς ἐνταῦθα ζωῆς, ἵνα, ἐλθὼν ὁ οἰκοδεσπότης, τοὺς μισθούς σοι ἀπαριθμήσηται. Ὀψίας γὰρ γενομένης, εἶπεν ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· Κάλεσον τοὺς ἐργάτας, καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθόν· οὐ μεσούσης ἡμέρας, οὐδὲ ἐν ἀρχῇ τῆς μισθώσεως. Περίμεινον οὖν τὸ πέρας τοῦ βίου, καὶ τότε κομίσῃ τοὺς μισθοὺς ἐπαξίως.
Μετάφραση
Γιατί, ενώ δεν έχεις συμπληρώσει ακόμη το μέτρο της ημέρας, επιδιώκεις την ανάπαυση; Περίμενε την εσπέρα, το τέλος της παρούσας ζωής, ώστε, όταν έλθει ο οικοδεσπότης, να σου καταμετρήσει τους μισθούς. Διότι, όταν έπεσε το βράδυ, είπε ο κύριος του αμπελώνα στον επιστάτη του: Κάλεσε τους εργάτες και απόδωσέ τους τον μισθό· όχι στο μέσο της ημέρας, ούτε στην αρχή της μίσθωσης. Περίμενε, λοιπόν, το τέλος του βίου, και τότε θα λάβεις τους μισθούς επάξια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες