Ὅτε γὰρ εἰσήρχετο ὁ Χριστὸς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ὀναρίῳ καθήμενος, οὐ λευκὸν ἵππον λαβών, οὐ χρύσεον χαλινὸν δανεισάμενος, οὐκ ἐπὶ ἅρμα λευκοπῶλον ἐπιβάς, ἵνα μὴ οἱ Ἰουδαῖοι εἴπωσιν ὅτι τὰ παιδία ἐθεάσαντο τὸ βασιλικὸν σχῆμα καὶ ὡς παιδία ἠπατήθησαν καὶ ὡς βασιλέα ἐπῄνεσαν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο τῷ ὀναρίῳ ὡς πτωχὸς καὶ πένης κάθηται καὶ ὡς βασιλεὺς παρὰ τῶν παίδων θαυμάζεται λεγόντων· Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυίδ, ἵνα καὶ τὸ εὐτελὲς τοῦ σχήματος τῆς ὄνου καὶ τὸ ἀτελὲς τῶν νηπίων ἀσυκοφάντητον τὸν αἶνον ἐργάσωνται. Ὅθεν, ὡς εἶπον οἱ παῖδες ἐν τῷ ἱερῷ· 〈Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυίδ,〉 οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἐνεκάλουν τῷ Χριστῷ λέγοντες· 〈Ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν;〉 Ἀπεκρίθη ὁ Χριστός· Ἐγὼ ἐδίδαξα καὶ οὐκ ἀκούω; Οὐκ ἀνέγνωτε· 〈Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον.〉 Ἔστω, τὰ παιδία, ὡς λέγετε, σφάλλεται· μὴ καὶ ὁ πῶλος ἐσφάλη εὐτάκτως βαστάζων με; Πῶλος ἀδάμαστος, ἐφ᾽ ὃν οὐδεὶς ἐκάθισε, τὰ νῶτα ὑπέθηκε καὶ οὐ σκιρτᾷ, οὐ κυματίζεται, ὡς οὔτε ἡ νωτοφοροῦσά με θάλασσα· καὶ ὑμεῖς τὰ σκιρτήματα τοῦ πώλου ἐπὶ γλώσσης φέρετε. 〈Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον·〉 νήπιοι καὶ θηλάζοντες ἐπαινέται τοῦ Χριστοῦ, τὴν θεοδίδακτον καὶ ἀκολάκευτον τιμὴν μαρτυρούμενοι.
Μετάφραση
Διότι, όταν ο Χριστός εισερχόταν στα Ιεροσόλυμα καθήμενος σε ονάριο, χωρίς να έχει πάρει λευκό άλογο, χωρίς να έχει δανειστεί χρυσό χαλινάρι, χωρίς να έχει ανεβεί σε άρμα με λευκά άλογα, για να μην πουν οι Ιουδαίοι ότι τα παιδιά είδαν το βασιλικό σχήμα και, ως παιδιά, εξαπατήθηκαν και τον επαίνεσαν ως βασιλιά, αλλά γι' αυτόν τον λόγο κάθισε στο ονάριο ως φτωχός και πένης, και όμως θαυμάζεται ως βασιλιάς από τα παιδιά που έλεγαν: «Ωσαννά στον υιό του Δαβίδ», ώστε και το ευτελές σχήμα της όνου και η ατέλεια της ηλικίας των νηπίων να καταστήσουν τον ύμνο αδιαμφισβήτητο από κάθε συκοφαντία. Γι' αυτό, όταν τα παιδιά στον ναό έλεγαν: «Ωσαννά στον υιό του Δαβίδ», οι Ιουδαίοι κατηγορούσαν τον Χριστό λέγοντας: «Ακούς τι λένε αυτοί;». Αποκρίθηκε ο Χριστός: «Εγώ τους δίδαξα και δεν ακούω; Δεν έχετε διαβάσει ότι: Από στόμα νηπίων και θηλαζόντων κατήρτισες αίνο;». Έστω, τα παιδιά, όπως λέτε, κάνουν λάθος· μήπως έκανε λάθος και ο πώλος που με βάσταζε με τόση ευταξία; Πώλος αδάμαστος, πάνω στον οποίο κανείς δεν είχε καθίσει, προσέφερε τη ράχη του και δεν σκιρτά, δεν ταράζεται, όπως ακριβώς ούτε η θάλασσα όταν με βάσταζε στη ράχη της· και εσείς φέρετε τα σκιρτήματα του πώλου στη γλώσσα σας. «Από στόμα νηπίων και θηλαζόντων κατήρτισες αίνο»· νήπια και βρέφη που θηλάζουν έγιναν επαινέτες του Χριστού, μαρτυρώντας τη θεοδίδακτη και χωρίς κολακείες τιμή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες