Λεγέτω τοίνυν ὁ Σωτήρ· Παρεκάλεσάς με καταβῆναι, καὶ φαγεῖν ἀπὸ τῶν ἀκροδρύων, καὶ ἰδοὺ ἦλθον διψῶν, καὶ ὄξος μοι προσήνεγκας· καὶ ἦλθον πάλιν πεινῶν ἐπὶ τὴν συκῆν, καὶ φύλλα μόνον εὗρον. Εἴθε δὲ κἂν φύλλα μόνον εὑρίσκειν, καὶ μὴ τὸ ξύλον ξηρόν· διὰ τοῦτο γὰρ καὶ κατηρασάμην αὐτήν. Καταβέβηκα γὰρ φαγεῖν τοὺς καρποὺς τῶν ἀκροδρύων, καὶ ἰδοὺ καταβὰς εὗρον αἵματα ἐφ᾽ αἵμασιν μισγόμενα, πορνεύοντας καὶ μοιχεύοντας, καὶ αἵματα ἀθῶα ἐκχυνόμενα. Εὗρον ὑμᾶς γλύφοντας λίθους, καὶ Θεὸν ὀνομάζοντας· καὶ λοιπὸν ἀντὶ ἀκροδρύων σμύρναν· καὶ εἰς θάνατον ἄγομαι διὰ σέ. Καταβέβηκα τοῦ φαγεῖν τοὺς καρποὺς τῶν ἀκροδρύων· καὶ ἰδοὺ θάνατον τρυγῶ διὰ σέ· σμύρναν τρυγῶ μετὰ ἀρωμάτων.
Μετάφραση
Ας λέγει λοιπόν ο Σωτήρας: Με παρακάλεσες να κατεβώ και να φάω από τα ακρόδρυα, και ιδού ήρθα διψώντας, και μου προσέφερες όξος· και ήρθα πάλι πεινώντας στη συκιά, και βρήκα μόνο φύλλα. Μακάρι δε να έβρισκα έστω μόνο φύλλα, και όχι το δέντρο ξερό· διότι γι' αυτό και την καταράστηκα. Διότι κατέβηκα για να φάω τους καρπούς των ακροδρύων, και ιδού, αφού κατέβηκα, βρήκα αίματα να αναμειγνύονται με αίματα, ανθρώπους να πορνεύουν και να μοιχεύουν, και αθώα αίματα να χύνονται. Σας βρήκα να λαξεύετε λίθους και να τους ονομάζετε Θεό· και τελικά αντί για ακρόδρυα σμύρνα· και οδηγούμαι στον θάνατο εξαιτίας σου. Κατέβηκα για να φάω τους καρπούς των ακροδρύων· και ιδού τρυγώ θάνατο εξαιτίας σου· σμύρνα τρυγώ μαζί με αρώματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες