Ἀνελθὼν Χριστὸς εἰς Ἱεροσόλυμα, εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας πρόβατα, καὶ βόας, καὶ περιστερὰς, καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους· καὶ ποιήσας, φησὶν, ὡς φραγέλλιον ἐκ σχοινίων, ἐξέβαλε πάντας ἐκ τοῦ ἱεροῦ, λέγων· «Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.» Ἐπειδὴ τοίνυν ὠνόμαζε Πατέρα τὸν Θεὸν, πρὸς τοῦτο ἀσχάλλοντες οἱ τὰς ἐν τῷ ναῷ τελοῦντες θυσίας, ἐπεπήδων λέγοντες· «Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς;» Καὶ πρός γε ταῦτα Χριστός· «Τὸ βάπτισμα Ἰωάννου, πόθεν ἧν;» Οἱ δὲ εἶπον· «Οὐκ οἴδαμεν.» Ἤρετο δὲ καὶ ἑτέρωθί που, λέγων· «Τί δοκεῖ ὑμῖν περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστιν· Οἱ δὲ εἶπον· Τοῦ Δαβίδ. Εἶτα πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος ἔφη· Πῶς οὖν Δαβὶδ ἐν πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ;» Καὶ πρὸς τοῦτο πάλιν σεσιγήκασι.
Μετάφραση
Όταν ο Χριστός ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα, βρήκε μέσα στο ιερό αυτούς που πουλούσαν πρόβατα και βόδια και περιστέρια, και τους αργυραμοιβούς να κάθονται. Και αφού έφτιαξε, λέει, ένα μαστίγιο από σχοινιά, τους έβγαλε όλους έξω από το ιερό, λέγοντας: «Μην κάνετε τον οίκο του Πατέρα μου οίκο εμπορίου.» Επειδή λοιπόν ονόμαζε τον Θεό Πατέρα, αγανακτώντας με αυτό εκείνοι που τελούσαν τις θυσίες στον ναό, αντέδρασαν έντονα λέγοντας: «Με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά;» Και σε αυτά ο Χριστός απάντησε: «Το βάπτισμα του Ιωάννη από πού ήταν;» Εκείνοι δε είπαν: «Δεν ξέρουμε.» Τους ρώτησε όμως και κάπου αλλού, λέγοντας: «Τι γνώμη έχετε για τον Χριστό; Τίνος υιός είναι;» Και εκείνοι είπαν: «Του Δαβίδ.» Έπειτα ο Κύριος τους είπε: «Πώς λοιπόν ο Δαβίδ, φωτισμένος από το Πνεύμα, τον ονομάζει Κύριο;» Και σε αυτό πάλι σιώπησαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες