Ἄρ. εἶπε· Μὴ ἄλλος ἐστὶν ὁ Υἱός; Ἀθ. εἶπεν· Υἱὸς μὲν ἀληθινὸς τοῦ Θεοῦ εἷς τυγχάνει ὁ Λόγος καὶ Θεός. Ἔστι δὲ καὶ ὡς ἄλλος Υἱὸς υἱοποιηθεὶς διὰ τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὥς φησιν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· «Οὐ γὰρ ἐλάβομεν πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβομεν πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν, Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ.» Ὁ δὲ Χριστὸς διαῤῥήδην πρὸς τοὺς ἀποστόλους ἔφη· «Τεκνία μου, ἔτι μικρὸν μεθ᾽ ὑμῶν εἰμι, καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πέμψαντά με·» καὶ πρὸς Ἰουδαίους δέ φησιν ἐν παραβολαῖς οὕτως· «Ἄνθρωπός τις ἔχων δύο υἱοὺς, προσελθὼν τῷ πρεσβυτέρῳ, εἶπε· Πορεύου, ἐργάζου εἰς τὸν ἀμπελῶνά μου. Ὁ δὲ, ἀποκριθεὶς, ἔφη· Ἐγὼ, κύριε, καὶ οὐκ ἀπῆλθεν. Εἶτα προσελθὼν τῷ ἑτέρῳ, ἔφη· Πορεύου, ἐργάζου εἰς τὸν ἀμπελῶνά μου. Ὁ δέ φησιν· Οὐ θέλω. Ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς ἀπῆλθεν.» Ἐρωτᾷ δὲ ὁ Κύριος· Τίς ἐποίησεν τὸ θέλημα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ; ἀποκριθέντες δὲ οἱ Ἰουδαῖοί φασιν· «Ὁ ἔσχατος υἱός.» Ὁμολογουμένως δὲ, ὁ μὲν πατὴρ ὁ τῶν ὅλων Θεὸς τυγχάνει, ὁ δὲ ἀμπελὼν αἱ τρίβοι τῆς δικαιοσύνης, ἐν αἷς προσέταττε τὸν πρεσβύτερον υἱὸν ἐργάζεσθαι. Ὁ δὲ μικρῷ τῷ διαστήματι χαίρειν φράσας τῷ κελεύσματι κατεφρόνησε τοῦ προστάξαντος· οὗτος δὲ ὁ τῶν Ἰουδαίων λαὸς τυγχάνει, ὁ διὰ τὴν ἀπιστίαν ἀπόβλητος γεγονὼς τῆς υἱοθεσίας.
Μετάφραση
Ο Άρειος είπε: Μήπως υπάρχει άλλος Υιός; Ο Αθανάσιος είπε: Αληθινός Υιός του Θεού είναι ένας, ο Λόγος και Θεός. Υπάρχει όμως και ως άλλος υιός αυτός που υιοθετήθηκε μέσω του ναού του σώματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Διότι δεν λάβαμε πνεύμα δουλείας, ώστε πάλι να φοβόμαστε, αλλά λάβαμε πνεύμα υιοθεσίας, με το οποίο κράζουμε: Αββά, ο Πατέρας». Ο δε Χριστός ρητώς είπε προς τους αποστόλους: «Παιδιά μου, για λίγο ακόμη είμαι μαζί σας και πηγαίνω προς εκείνον που με έστειλε»· και προς τους Ιουδαίους λέει με παραβολές τα εξής: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους, και αφού πλησίασε τον μεγαλύτερο, του είπε: Πήγαινε, εργάσου στο αμπέλι μου. Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: Εγώ (θα πάω), κύριε, αλλά δεν πήγε. Έπειτα πλησίασε τον άλλον και του είπε: Πήγαινε, εργάσου στο αμπέλι μου. Εκείνος είπε: Δεν θέλω. Αργότερα όμως, αφού μετανόησε, πήγε». Ρωτά, λοιπόν, ο Κύριος: Τι από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα του; Και αποκρινόμενοι οι Ιουδαίοι λένε: «Ο τελευταίος γιος». Ομολογουμένως, ο μεν πατέρας είναι ο Θεός των όλων, ο δε αμπελώνας οι οδοί της δικαιοσύνης, στις οποίες πρόσταζε τον μεγαλύτερο γιο να εργάζεται. Αυτός όμως, αφού σε λίγο χρονικό διάστημα απέρριψε την προσταγή, περιφρόνησε εκείνον που τον πρόσταξε· αυτός λοιπόν είναι ο λαός των Ιουδαίων, ο οποίος εξαιτίας της απιστίας του αποβλήθηκε από την υιοθεσία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες