Καὶ ὑπέγραψε τὴν διαθήκην, εἰπὼν Ἰουδαίοις· 〈Ἀρθήσεται ἀφ᾽ ὑμῶν〉 ἡ κληρονομία 〈καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τὰ προστάγματα αὐτοῦ.〉 Ὡς οὖν ἀπέθανεν ὁ νυμφίος καὶ τὴν κληρονομίαν ἡ ἀποκληρονόμος συναγωγὴ κατεῖχεν, ἀναστάντι αὐτῷ ἐκ νεκρῶν ὁ χορὸς τῶν προφητῶν ὑπὲρ τῆς ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίας ἐντυγχάνει· 〈Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης.〉 Ἡ φονεύσασα τὸν νυμφίον κληρονομῆσαι ἐνόμισε τὸν φονευθέντα, ἀλλ᾽ ἡ μὴ φονεύσασα, ἀλλὰ πιστεύσασα, κληρονόμος ἐγράφη. Τὸν τοῦ πατρὸς κληρονόμον ἠθέλησε φονεῦσαι καὶ κληρονομῆσαι ἡ ἀναγινώσκουσα τὴν κατὰ τοῦ Ἀχαὰβ ἀπόφασιν ἐπὶ τῷ τοῦ Ναβουθὲ ἀμπελῶνι· 〈Ἐφόνευσας καὶ ἐκληρονόμησας.〉 Ἐκεῖνος ἐφόνευσε καὶ ἐκληρονόμησεν, ἀλλὰ σὺ ἐφόνευσας καὶ οὐκ ἐκληρονόμησας. Ἐφόνευσας καὶ τὴν κληρονομίαν ἀπώλεσας· ἐφόνευσας τὴν ζωὴν καὶ τὸ ζῆν ἀπώλεσας· ἐφόνευσας καὶ ᾔδεις ὃν ἐφόνευσας. Ἐπέγνως γὰρ αὐτὸν ὅτε εἶπας· 〈Οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος, δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν.〉 Καὶ εἰ αὐτὸς ὁ κληρονόμος, ὦ πονηρὲ Ἰουδαῖε, τὴν νομὴν τῷ κληρονόμῳ παράδος, τὴν δεσποτείαν ἀποκατάστησον τῷ δεσπότῃ· ἐντυχίαν αὐτῷ προσένεγκε, ἵνα σοὶ τὰς λοιπάδας παραχωρήσῃ. 〈Δύο〉 προσηνέχθησαν αὐτῷ 〈χρεωφειλέται· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια καὶ ὁ ἕτερος πεντήκοντα. Μὴ ἐχόντων δὲ ἀποδοῦναι ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο,〉 ὡς κεφαλαίου ἀπόδοσιν τὴν ὀρθὴν προαίρεσιν λογισάμενος.
Μετάφραση
Και υπέγραψε τη διαθήκη, λέγοντας στους Ιουδαίους: «Θα αφαιρεθεί από εσάς» η κληρονομιά «και θα δοθεί σε έθνος που τηρεί τα προστάγματά του». Καθώς λοιπόν πέθανε ο Νυμφίος και την κληρονομιά την κατείχε η συναγωγή που είχε αποκληρωθεί, όταν αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς, ο χορός των προφητών μεσολαβεί υπέρ της Εκκλησίας που προέρχεται από τα έθνη: «Εις το τέλος, υπέρ της κληρονομούσης». Αυτή που φόνευσε τον Νυμφίο νόμισε ότι θα κληρονομήσει αυτόν που φονεύθηκε, αλλά αυτή που δεν τον φόνευσε, αλλά πίστεψε, καταγράφηκε ως κληρονόμος. Τον κληρονόμο του Πατέρα θέλησε να φονεύσει και να κληρονομήσει αυτή που διαβάζει την απόφαση κατά του Αχαάβ για το αμπέλι του Ναβουθαί: «Εφόνευσας και εκληρονόμησας». Εκείνος φόνευσε και κληρονόμησε, αλλά εσύ φόνευσες και δεν κληρονόμησες. Φόνευσες και την κληρονομιά την έχασες· φόνευσες τη ζωή και το ζην το απώλεσες· φόνευσες και ήξερες ποιον φόνευσες. Διότι τον αναγνώρισες όταν είπες: «Αυτός είναι ο κληρονόμος, ελάτε να τον σκοτώσουμε». Και αν αυτός είναι ο κληρονόμος, ω πονηρέ Ιουδαίε, παρέδωσε τη νομή στον κληρονόμο, αποκατάστησε την κυριότητα στον δεσπότη· πρόσφερέ του ικεσία, για να σου χαρίσει τα υπόλοιπα χρέη. «Δύο» παρουσιάστηκαν σε αυτόν «χρεοφειλέτες· ο ένας χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια και ο άλλος πενήντα. Επειδή όμως δεν είχαν να τα αποδώσουν, τα χάρισε και στους δύο», θεωρώντας ως απόδοση του κεφαλαίου την ορθή προαίρεση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες