Ἴδωμεν καὶ τὰ ἑξῆς. Τί λέγει ὁ θειότατος εὐαγγελιστής; Εἰσελθόντος γὰρ, φησὶ, τοῦ Κυρίου εἰς τὸ ἱερὸν, προσῆλθον αὐτῷ τυφλοὶ καὶ χωλοὶ, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς. Ἰδόντες δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὰ θαύματα ἃ ἐποίησε, καὶ τοὺς παῖδας κράζοντας καὶ λέγοντας, Ὡσάννα τῷ υἱῷ Δαυῒδ, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, οὐκ ἤνεγκαν τὴν τούτου τιμήν. Ὅθεν προσελθόντες αὐτῷ εἶπον· Οὐκ ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν; Οὐ βαρύνῃ δοξαζόμενος, ὡς Θεός; οὐκ ἄχθῃ ἀκούων παρὰ τῶν ἀκάκων τὰ τῷ Θεῷ καὶ μόνῳ πρέποντα; οὐ πάλαι δεδήλωκεν ὁ Θεὸς διὰ τοῦ προφήτου, Τὴν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω; καὶ, Πῶς σὺ ἄνθρωπος ὢν, ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν; Ἀλλὰ τί πρὸς ταῦτα ὁ μακρόθυμος, ὁ πολὺς ἐν ἐλέει, καὶ βραδὺς εἰς ὀργήν; Ἀνέχεται τῶν μεμηνότων, ἀναστέλλει ἀπολογίᾳ τὴν, φλεγμονὴν, ἀνθυπομνήσκει Γραφὰς, προφέρει μαρτυρίας τῶν τελουμένων, καὶ οὐκ ἀπαναίνεται πρὸς τὴν πεῦσιν. Διὸ καί φησιν· Οὐδέποτε καὶ ὑμεῖς ἠκούσατέ μου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος, Τότε γνώσεσθε, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ ὁ λαλῶν πάρειμι; οὐδ᾽ αὖ πάλιν, Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου, τοῦ καταλῦσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν; οἵτινές εἰσιν ὑμεῖς, οἱ νόμῳ προσέχοντες, καὶ προφήτας ἀναγινώσκοντες, κἀμὲ τὸν ἐν νόμῳ κηρυττόμενον ἀθετοῦντες.
Μετάφραση
Ας δούμε και τα εξής. Τι λέει ο θειότατος ευαγγελιστής; Διότι όταν εισήλθε, λέει, ο Κύριος στο ιερό, τον πλησίασαν τυφλοί και χωλοί, και τους θεράπευσε. Όταν όμως είδαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τα θαύματα που έκανε, και τα παιδιά να κράζουν και να λένε, «Ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», δεν ανέχθηκαν αυτή την τιμή προς αυτόν. Γι' αυτό, αφού τον πλησίασαν, του είπαν: «Δεν ακούς τι λένε αυτοί; Δεν δυσανασχετείς που δοξάζεσαι ως Θεός; Δεν δυσφορείς ακούγοντας από τα άκακα (παιδιά) αυτά που αρμόζουν μόνο στον Θεό; Δεν έχει δηλώσει από παλιά ο Θεός μέσω του προφήτη, "Τη δόξα μου δεν θα τη δώσω σε άλλον"; Και, "Πώς εσύ, που είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό;";» Αλλά πώς αντιδρά σε αυτά ο μακρόθυμος, που είναι πολύς στο έλεος και βραδύς στην οργή; Ανέχεται αυτούς που μαίνονται, καταπραΰνει με την απολογία του τον αναβρασμό τους, τους υπενθυμίζει τις Γραφές, προβάλλει τις μαρτυρίες για όσα τελούνται και δεν αποφεύγει την ερώτησή τους. Γι' αυτό και λέει: «Ποτέ δεν με ακούσατε και εσείς να λέω μέσω του προφήτη, "Τότε θα γνωρίσετε ότι εγώ ο ίδιος που ομιλώ είμαι παρών"; Ούτε πάλι (ακούσατε το), "Από το στόμα νηπίων και θηλαζόντων κατήρτισες αίνο εξαιτίας των εχθρών σου, για να καταλύσεις τον εχθρό και τον εκδικητή"; Αυτοί οι εχθροί είστε εσείς, που προσέχετε τον νόμο και διαβάζετε τους προφήτες, αλλά εμένα, που κηρύσσομαι μέσα στον νόμο, με αθετείτε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες