Mt 22, 34—40 Ἐξ ἀμέτρου ἀναιδείας διαφθονούμενοι οἱ Φαρισαῖοι, ἐπειδὴ καταισχυνθέντων τῶν Σαδδουκαίων ἐπῃνεῖτο ὑπὸ τῶν ὄχλων, μεθ᾽ ὑποκρίσεως πάλιν ἐρωτῶσι πειράζοντες αὐτόν, εἰ καὶ προστίθησι πάλιν τῇ ἐντολῇ τῇ πρώτῃ ὡς διορθούμενος τὸν νόμον, ἵνα εὕρωσι κατ᾽ αὐτοῦ λαβήν. καὶ ὁ μὲν Ματθαῖος καὶ Λουκᾶς «νομικὸν» εἶναι ἔλεγεν τὸν ἐρωτήσαντα, Μᾶρκος δὲ «γραμματέα». οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο διαφωνία· οἱ μὲν γὰρ νομομαθῆ τοῦτον ἀποδεικνύουσιν, οἱ δὲ γραμματεισαγωγέα, ὅπερ ἐστὶ τοῦ νόμου ἑρμηνεὺς τῷ λαῷ. ὁ δὲ κύριος δημοσιεύει αὐτῶν τὴν κακίαν, ὅτι οὐ διὰ τοῦτο ἦλθον ἐρωτῆσαι, ὥστε ὠφεληθῆναι, ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ μὴ ἔχειν καὶ τῷ φθόνῳ κατέχεσθαι, καὶ διδάσκει, ὅτι οὐ δεῖ ἐν μέρει μὲν ἀγαπᾶν τὸν θεόν, ἐν μέρει δὲ τοῖς γηΐνοις προσκεῖσθαι. δι᾽ ὧν δὲ ὁ κύριος εἶπεν ταύτην τὴν ἐντολὴν κεφαλαιωδεστέραν οὖσαν πασῶν, ἔδοξεν ὁ νομικὸς ἐμβάλλειν αὐτὸν εἰς κίνδυνον ὡς θεοποιοῦντα ἑαυτόν. ὅθεν καὶ μὴ εἰπόντα τοῦτο ἐπῄνεσεν ὁ νομικὸς ὡς ὁ Μᾶρκος φησίν. ἡ μὲν οὖν 〈πρώτη ἐντολὴ〉 πᾶν εἶδος εὐσεβείας διδάσκει· τὸ γὰρ 〈ἐξ ὅλης καρδίας τὸν θεὸν ἀγαπᾶν〉 αἴτιόν ἐστιν παντὸς ἀγαθοῦ, ἡ δὲ δευτέρα τὰ πρὸς ἀνθρώπους δίκαια περιέχει· καὶ ἡ μὲν ὁδοποιεῖ τῇ δευτέρᾳ, ἡ δὲ ἐκ ταύτης συγκροτεῖται· ὁ γὰρ τὴν πρὸς θεὸν ἀγάπην κατορθώσας δηλονότι καὶ τὴν πρὸς τὸν πλησίον εἰς πάντα ὡς ἑαυτὸν ἀγαπᾷ.
Μετάφραση
Ματθ. 22, 34-40. Κυριευμένοι από φθόνο εξαιτίας της άμετρης αναιδείας τους οι Φαρισαίοι, επειδή μετά την καταισχύνη των Σαδδουκαίων Εκείνος επαινείτο από τα πλήθη, με υποκρισία πάλι Τον ρωτούν για να Τον δοκιμάσουν, εάν θα προσθέσει πάλι κάτι στην πρώτη εντολή δήθεν για να διορθώσει τον Νόμο, ώστε να βρουν αφορμή εναντίον Του. Και ο μεν Ματθαίος και ο Λουκάς έλεγαν ότι αυτός που ρώτησε ήταν «νομικός», ενώ ο Μάρκος «γραμματέας». Αυτό όμως δεν αποτελεί διαφωνία· διότι οι μεν τον παρουσιάζουν ως νομομαθή, οι δε ως διδάσκαλο των γραμμάτων, δηλαδή ερμηνευτή του Νόμου στον λαό. Ο Κύριος όμως φανερώνει την κακία τους, ότι δεν ήλθαν να ρωτήσουν για να ωφεληθούν, αλλά επειδή στερούνταν αγαθής προθέσεως και κατέχονταν από φθόνο, και διδάσκει ότι δεν πρέπει εν μέρει να αγαπούμε τον Θεό και εν μέρει να προσκολλούμαστε στα γήινα. Με το να πει όμως ο Κύριος ότι αυτή η εντολή είναι η κυριότερη από όλες, ο νομικός θεώρησε ότι Τον έθετε σε κίνδυνο, επειδή δήθεν θεοποιούσε τον εαυτό Του. Γι' αυτό, επειδή δεν είπε κάτι τέτοιο, ο νομικός Τον επαίνεσε, όπως αναφέρει ο Μάρκος. Η μεν πρώτη εντολή, λοιπόν, διδάσκει κάθε είδος ευσέβειας· διότι το να αγαπά κανείς τον Θεό εξ όλης της καρδίας είναι η αιτία κάθε αγαθού, ενώ η δεύτερη περιέχει τα καθήκοντα δικαιοσύνης προς τους ανθρώπους· και η μεν πρώτη ανοίγει τον δρόμο στη δεύτερη, η δε δεύτερη συγκροτείται από την πρώτη· διότι εκείνος που έχει κατορθώσει την αγάπη προς τον Θεό, είναι προφανές ότι αγαπά και τον πλησίον του σε όλα σαν τον εαυτό του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες