Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀσεβεῖς καὶ ταῦτα φέροντες δυσφημοῦσι μὲν τὸν κύριον, ὀνειδίζουσι δὲ ἡμῖν λέγοντες· «ἰδοὺ ‹εἷς› καὶ ‹μόνος› καὶ ‹πρῶτος› λέγεται ὁ θεός, πῶς ὑμεῖς λέγετε τὸν υἱὸν εἶναι θεόν; εἰ γὰρ ἦν θεός, οὐκ ἂν ἔλεγεν· ‹ἐγὼ μόνος› οὐδὲ ὅτι ‹εἷς ἐστιν ὁ θεός›»· ἀναγκαῖον τὸν νοῦν καὶ τούτων τῶν ῥητῶν ὡς δυνατὸν εἰπεῖν, ἵνα πάντες γνῶσι καὶ ἐκ τούτων, ὅτι ὄντως εἰσὶν οἱ Ἀρειανοὶ θεομάχοι. εἰ μὲν ἅμιλλα τῷ υἱῷ ἐστι πρὸς τὸν πατέρα, τοιαύτας ἀκουέτωσαν φωνάς, καὶ εἰ, ὡς Δαβὶδ ἤκουσε περὶ τοῦ Ἀδωνίου καὶ τοῦ Ἀβεσσαλώμ, καὶ ὁ πατὴρ οὕτως βλέπει τὸν υἱόν, πρὸς αὐτὸν λεγέτω καὶ προφερέτω τοιαῦτα ῥήματα, μήποτε ὁ υἱὸς λέγων ἑαυτὸν θεὸν ἀποστήσῃ τινὰς ἀπὸ τοῦ πατρός. εἰ δὲ ὁ γινώσκων τὸν υἱὸν γινώσκει μᾶλλον τὸν πατέρα ἀποκαλύπτοντος τοῦτον αὐτῷ τοῦ υἱοῦ καὶ ἐν τῷ λόγῳ ὄψεται μᾶλλον τὸν πατέρα, καθάπερ εἴρηται, ἐλθὼν δὲ ὁ υἱὸς οὐχ ἑαυτόν, ἀλλὰ τὸν πατέρα ἐδόξασε λέγων μὲν τῷ προσερχομένῳ· «τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ θεός», ἀποκρινόμενος δὲ τῷ ἐρωτῶντι «ποία ἐντολὴ ἐν τῷ νόμῳ» «μείζων», ὅτι «ἄκουε Ἰσραήλ, κύριος ὁ θεός σου κύριος εἷς ἐστι». καὶ τοῖς μὲν ὄχλοις λέγων· «ἐγὼ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα οὐχ ἵνα ποιήσω τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός», τοὺς δὲ μαθητὰς διδάσκων, ὅτι «ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι» καὶ «ὁ ἐμὲ τιμῶν τιμᾷ τὸν πέμψαντά με».
Μετάφραση
Επειδή, όμως, οι ασεβείς, προβάλλοντας και αυτά, δυσφημούν μεν τον Κύριο, ονειδίζουν δε εμάς λέγοντας: «Ιδού, ο Θεός ονομάζεται ‹ένας› και ‹μόνος› και ‹πρώτος›, πώς εσείς λέτε ότι ο Υιός είναι Θεός; Διότι, αν ήταν Θεός, δεν θα έλεγε: ‹Εγώ είμαι ο μόνος› ούτε ότι ‹ένας είναι ο Θεός›»· είναι αναγκαίο να εκθέσουμε το νόημα και αυτών των ρητών όσο το δυνατόν καλύτερα, ώστε να γνωρίσουν όλοι και από αυτά ότι οι Αρειανοί είναι όντως θεομάχοι. Εάν μεν υπάρχει ανταγωνισμός του Υιού προς τον Πατέρα, ας ακουστούν τέτοιες φωνές, και εάν, όπως ο Δαβίδ άκουσε για τον Αδωνία και τον Αβεσσαλώμ, έτσι βλέπει και ο Πατέρας τον Υιό, ας λέει και ας προφέρει προς αυτόν τέτοια λόγια, μήπως τυχόν ο Υιός, αποκαλώντας τον εαυτό του Θεό, αποσπάσει κάποιους από τον Πατέρα. Εάν, όμως, εκείνος που γνωρίζει τον Υιό, γνωρίζει περισσότερο τον Πατέρα, καθώς ο Υιός τού τον αποκαλύπτει, και αν μέσα στον Λόγο θα δει περισσότερο τον Πατέρα, όπως ακριβώς έχει λεχθεί· και αν ο Υιός, όταν ήλθε, δεν δόξασε τον εαυτό του, αλλά τον Πατέρα, λέγοντας από τη μια πλευρά σε εκείνον που τον πλησίασε: «Τι με αποκαλείς αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνον ένας, ο Θεός», και απαντώντας από την άλλη σε εκείνον που ρωτούσε «ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή στον νόμο», ότι «Άκουε, Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου είναι ένας Κύριος». Και λέγοντας στα μεν πλήθη: «Εγώ κατέβηκα από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα που με έστειλε», διδάσκοντας δε τους μαθητές ότι «ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερός μου» και «αυτός που τιμά εμένα, τιμά εκείνον που με έστειλε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες