Mt 22, 34—42 Ἐπείπερ καταισχυνθέντων τῶν Σαδδουκαίων καὶ ἀποχωρησάντων ἐπῃνεῖτο ὁ κύριος, ἐπὶ τούτῳ διαφθονούμενοι τούτοις οἱ Φαρισαῖοι ἦλθον εἰς μέσον καὶ νομομαθής τις ἄγαν παρ᾽ αὐτοῖς νομιζόμενος ἐρωτᾷ 〈ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ〉, οἰηθεὶς ὅτι μέλλει μὲν τὰ Μωσέως παραγράφεσθαι, παρατιθέναι δὲ τὴν ἑαυτοῦ διδασκαλίαν ἢ 〈εἰπεῖν〉 ὅτι 〈ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου〉 καὶ ἐμέ, παραζευγνὺς ἑαυτοῦ τὴν δόξαν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς καὶ οὕτως εὑρίσκει τόπον τοῦ ἐμβαλεῖν εἰς κίνδυνον ὡς θεοποιοῦντα ἑαυτὸν ἤ, εἰ τοῦτο παρασιωπήσει, λέγειν· οὐκοῦν οὐ προσδέχομαί σε ὡς θεόν. ὁ δὲ κύριος οὐδὲν καινὸν εἰπὼν ἀλλὰ τὰ τοῦ νόμου καὶ ταύτῃ ἐπιστομίσας τοὺς Φαρισαίους ἐρωτᾷ καὶ αὐτὸς αὐτοὺς 〈τίνος υἱὸν〉 νομίζουσιν τὸν Χριστόν.
Μετάφραση
Ματθ. 22, 34-42 Επειδή, μετά την καταισχύνη και την αναχώρηση των Σαδδουκαίων, ο Κύριος επαινείτο, οι Φαρισαίοι, γεμάτοι φθόνο για αυτό, ήλθαν στο μέσο και κάποιος νομικός, ο οποίος θεωρούνταν πολύ σπουδαίος ανάμεσά τους, τον ρωτά «ποια εντολή είναι μεγάλη στον νόμο», νομίζοντας ότι πρόκειται να παραβλέψει τα του Μωυσή και να παραθέσει τη δική του διδασκαλία ή να πει ότι «θα αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου» και εμένα, συνενώνοντας τη δική του δόξα με τη δόξα του Πατέρα, και έτσι να βρει αφορμή να τον εκθέσει σε κίνδυνο ως κάποιον που θεοποιεί τον εαυτό του ή, εάν το αποσιωπήσει αυτό, να του πει: επομένως δεν σε αποδέχομαι ως Θεό. Ο Κύριος όμως, χωρίς να πει τίποτα το καινούργιο παρά μόνον τα του νόμου, και αφού αποστόμωσε με αυτόν τον τρόπο τους Φαρισαίους, τους ρωτά και ο ίδιος «τίνος υιό» θεωρούν τον Χριστό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες