Ποῦ κεκώλυται τρέφεσθαι τὸν πεινῶντα; Ποῦ γέγραπται μὴ ἐμπλησθῆναι γαστέρα κενήν; Οἱ δὲ τὸ τρέφεσθαι ὀνειδίζοντες ἐν Σαββάτῳ, αὐτοὶ φόνοις ἐν Σαββάτῳ κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου εἰργάζοντο· λέγει γὰρ ἡ Γραφὴ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ περὶ τῆς ἡμέρας ἐν ᾗ ὁ Θεὸς ἔπαθεν· «Ἦν δὲ ἡμέρα ἐκείνη μεγάλη τοῦ Σαββάτου.» Καὶ τὸν μὲν νομοθέτην ἀναιροῦσιν ἐν Σαββάτῳ, τρέφεσθαι δὲ μαθητὰς ἐν Σαββάτῳ οὐ βούλονται. Διὰ τοῦτο ὁ Σωτὴρ ἐν τοῖς ἀρτίως ἀναγνωσθεῖσιν, ἠρώτα αὐτούς· Τί ἔξεστιν ποιῆσαι ἐν τῷ Σαββάτῳ; ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; ψυχὴν σῶσαι, ἢ ἀπολέσαι; τὸ τρέφεσθαι ὀνειδίζετε, τὸ δὲ φονεῦσαι κατεργάζεσθε; Ἀεὶ γὰρ οἱ Ἰουδαῖοι τὸν κώνωπα διυλίζουσι, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνουσιν· ἀεὶ ἀκριβεῖς εἰσι περὶ τὸ ἀποδεκατῶσαι τὸ πήγανον καὶ τὸ λάχανον· τὰ δὲ βαρύτερα τοῦ νόμου οὐ τηροῦσι.
Μετάφραση
Πού έχει απαγορευτεί να τρέφεται ο πεινασμένος; Πού είναι γραμμένο να μη χορταίνει ένα άδειο στομάχι; Αυτοί όμως που κατέκριναν τη λήψη τροφής το Σάββατο, οι ίδιοι απεργάζονταν φόνους το Σάββατο εναντίον του οικοδεσπότη· διότι λέει η Γραφή στο Ευαγγέλιο για την ημέρα κατά την οποία έπαθε ο Θεός: «Ήταν δε μεγάλη εκείνη η ημέρα του Σαββάτου». Και τον μεν νομοθέτη τον θανατώνουν το Σάββατο, να τρέφονται όμως οι μαθητές το Σάββατο δεν το επιθυμούν. Για τον λόγο αυτόν ο Σωτήρας, στα όσα μόλις αναγνώστηκαν, τους ρωτούσε: Τι επιτρέπεται να κάνει κανείς το Σάββατο; Να πράξει το αγαθό ή να πράξει το κακό; Να σώσει μια ψυχή ή να την αφανίσει; Το να τρέφεται κανείς το κατακρίνετε, ενώ τον φόνο τον διαπράττετε; Διότι πάντοτε οι Ιουδαίοι διυλίζουν τον κώνωπα, την δε κάμηλο την καταπίνουν· είναι πάντοτε σχολαστικοί στην καταβολή του δεκάτου για τον απήγανο και το λάχανο, δεν τηρούν όμως τα βαρύτερα παραγγέλματα του νόμου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες