Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν·» οἵ τε ὄχλοι, θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς γινομένοις ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ἔλεγον· «Ταῦτα τὰ ῥήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοίγειν;» οἱ δὲ νομιζόμενοι ἁδροὶ τοῦ νόμου, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ τὰ κράσπεδα πλατύνοντες, καὶ κομπάζοντες ὡς πλέον τι τῶν ἄλλων γινώσκοντες, οὐδ᾽ οὕτως ᾐσχύνοντο· κατὰ δὲ τὸ γεγραμμένον, ἔθυον οἱ τάλανες δαιμονίῳ καὶ οὐ Θεῷ, λέγοντες δαιμόνιον ἔχειν τὸν Κύριον, καὶ δαιμόνων εἶναι τὰ τοῦ Θεοῦ ἔργα. Ἔπασχον δὲ τοῦτο δι᾽ οὐδὲν ἕτερον, ἢ ἵνα μόνον ἀρνήσωνται τὸν ταῦτα ποιοῦντα Θεὸν εἶναι, καὶ τοῦ Θεοῦ Υἱόν. Εἰ γὰρ τὸ ἐσθίειν καὶ τοῦ σώματος ἡ ὄψις ἐδείκνυεν αὐτὸν καὶ ἄνθρωπον, διὰ τί μὴ ἐκ τῶν ἔργων ἐθεώρουν αὐτὸν εἶναι ἐν τῷ Πατρὶ, καὶ τὸν Πατέρα ἐν αὐτῷ; Ἀλλ᾽ οὐκ ἤθελον· μᾶλλον δὲ αὐτοὶ τὸν Βεελζεβοὺλ εἶχον ἐν ἑαυτοῖς φθεγγόμενον, ὡς ἐκ μὲν τῶν ἀνθρωπίνων ἄνθρωπον αὐτὸν μόνον ὀνομάζειν· ἐκ δὲ τῶν ἔργων, ἃ ἦν ἴδια Θεοῦ, μηκέτι Θεὸν αὐτὸν ὁμολογεῖν, ἀλλὰ τὸν ἐν αὐτοῖς Βεελζεβοὺλ ἀντ᾽ ἐκείνου θεοποιεῖν, ἵνα σὺν αὐτῷ λοιπὸν αἰωνίως ἐν τῷ πυρὶ κολάζωνται.
Μετάφραση
«Αν αυτός δεν προερχόταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα»· και τα πλήθη, θαυμάζοντας για όσα γίνονταν από τον Κύριο, έλεγαν: «Αυτά τα λόγια δεν ανήκουν σε δαιμονισμένο· μήπως μπορεί ένα δαιμόνιο να ανοίγει τα μάτια τυφλών;». Όμως εκείνοι που θεωρούνταν σπουδαίοι στον νόμο, οι Φαρισαίοι, οι οποίοι πλάταιναν τα κράσπεδα των ενδυμάτων τους και καυχιούνταν ότι γνωρίζουν κάτι περισσότερο από τους άλλους, ούτε έτσι ντρέπονταν· αλλά, σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί, οι άθλιοι θυσίαζαν σε δαιμόνιο και όχι στον Θεό, λέγοντας ότι ο Κύριος έχει δαιμόνιο και ότι τα έργα του Θεού είναι έργα δαιμόνων. Και το πάθαιναν αυτό για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο για να αρνηθούν ότι εκείνος που τα πράττει αυτά είναι Θεός και Υιός του Θεού. Διότι, αν η λήψη τροφής και η όψη του σώματος τον αναδείκνυαν και ως άνθρωπο, γιατί δεν έβλεπαν μέσα από τα έργα του ότι αυτός βρίσκεται μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας βρίσκεται μέσα σε αυτόν; Αλλά δεν ήθελαν· μάλλον οι ίδιοι είχαν μέσα τους τον Βεελζεβούλ να ομιλεί, έτσι ώστε, από τη μια πλευρά, με βάση τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά να τον ονομάζουν μόνο άνθρωπο, και από την άλλη, με βάση τα έργα του, τα οποία ήταν κατεξοχήν έργα του Θεού, να μην τον ομολογούν πλέον ως Θεό, αλλά να θεοποιούν στη θέση του τον Βεελζεβούλ που βρισκόταν μέσα τους, ώστε τελικά να κολάζονται αιώνια μαζί του μέσα στο πυρ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες