ΑΛΛΟ, διηγηματικῶς. Οὐκ ἀγνοῶν ὁ Λόγος, ᾗ Λόγος ἐστὶ καὶ σοφία τοῦ Πατρὸς, τὸ, Οὐκ οἶδα, φησὶν, ἀλλὰ δεικνύων ἐν ἑαυτῷ καὶ τὸ ἀνθρώπινον, ᾧ μάλιστα πρέπει τὸ ἀγνοεῖν· ἴδιον γὰρ ἀνθρωπότητος τοῦτό γε. Ἐπειδὴ γὰρ τὴν ἡμῶν περιεβάλετο σάρκα, διὰ τοῦτο καὶ τὴν ἡμῶν ἄγνοιαν ἔχειν ἐσχηματίζετο. Ὅτι γὰρ τῇ ἀνθρωπότητι καὶ οὐ τῇ οἰκείᾳ φύσει τὸ ἀγνοεῖν περιτίθησιν, ἐντεῦθεν ἔξεστι μαθεῖν. Παραγαγὼν γὰρ εἰς μέσον τὴν ἱστορίαν τῶν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Νῶε γεγονότων ἀνθρώπων, καὶ εἰρηκώς· «Ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐγαμίζοντο, ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς, καὶ ἦρεν ἅπαντας,» ἐπήγαγεν εὐθύς· «Γρηγορεῖτε οὖν καὶ ὑμεῖς, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται·» καὶ πάλιν· «ᾟ οὐ δοκεῖτε ὥρᾳ, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.» Ἐχρῆν, δὲ εἴπερ αὐτὸς ἦν ὁ ἀγνοῶν, καθὸ Λόγος ἐστὶν, ἐκεῖνο μᾶλλον εἰπεῖν· Οὐκ οἶδα ποίᾳ ἡμέρᾳ ἔρχομαι, καὶ ᾗ οὐ δοκῶ ὥρᾳ πεμφθήσομαι. Ἐπειδὴ δὲ τοῖς ἀκροωμένοις, τὸ μὴ εἰδέναι τὸν καιρὸν ἢ τὴν ἡμέραν τῆς παρουσίας αὐτοῦ περιτέθεικε, δῆλός ἐστιν αὐτὸς μὲν εἰδὼς ὡς Λόγος. Ἀγνοεῖν δὲ λέγων, καθὸ τῶν ἀγνοεῖν πεφυκότων, δηλονότι ἀνθρώπων, τὴν ὁμοίωσιν ἐνεδύσατο.
Μετάφραση
ΑΛΛΟ, διηγηματικά. Ο Λόγος δεν λέει το «δεν γνωρίζω» επειδή αγνοεί, καθόσον είναι Λόγος και σοφία του Πατρός, αλλά για να δείξει στον εαυτό Του και το ανθρώπινο στοιχείο, στο οποίο ταιριάζει κατεξοχήν η άγνοια· διότι αυτό είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης. Επειδή δηλαδή περιβλήθηκε τη δική μας σάρκα, για τον λόγο αυτόν εμφανιζόταν να έχει και τη δική μας άγνοια. Ότι βέβαια αποδίδει την άγνοια στην ανθρωπότητα και όχι στη δική Του φύση, μπορεί να το κατανοήσει κανείς από το εξής: Φέρνοντας δηλαδή ως παράδειγμα την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν στα χρόνια του Νώε, και λέγοντας: «Έτρωγαν, έπιναν, νυμφεύονταν, παντρεύονταν, έως ότου ήλθε ο κατακλυσμός και τους παρέσυρε όλους», πρόσθεσε αμέσως: «Να αγρυπνείτε λοιπόν και εσείς, διότι δεν γνωρίζετε ποια ώρα έρχεται ο Κύριός σας»· και πάλι: «Την ώρα που δεν νομίζετε, ο Υιός του ανθρώπου έρχεται». Θα έπρεπε δε, αν ο Ίδιος ήταν αυτός που αγνοούσε, καθόσον είναι Λόγος, να πει μάλλον το εξής: Δεν γνωρίζω ποια ημέρα έρχομαι, και την ώρα που δεν νομίζω θα σταλώ. Επειδή όμως απέδωσε το να μην γνωρίζουν τον καιρό ή την ημέρα της παρουσίας Του στους ακροατές, είναι φανερό ότι ο Ίδιος γνώριζε ως Λόγος. Λέγοντας δε ότι αγνοεί, το κάνει καθόσον ενδύθηκε την ομοίωση με εκείνους που εκ φύσεως αγνοούν, δηλαδή με τους ανθρώπους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες