Ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι μὲν, οὕτως εἰς τὸ Πνεῦμα βλασφημοῦντες, προσδοκάτωσαν μὴ λαμβάνειν ποτὲ τῆς ἀσεβείας ταύτης ἄφεσιν, ὡς ὁ Κύριος εἴρηκεν· οἱ δὲ φιλόχριστοι καὶ χριστοφόροι γινώσκομεν, ὡς οὐκ ἀγνοῶν ὁ Λόγος, ᾗ Λόγος ἐστὶν, ἔλεγεν, Οὐκ οἶδα· οἶδε γάρ· ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινον δεικνὺς, ὅτι τῶν ἀνθρώπων ἴδιόν ἐστι τὸ ἀγνοεῖν, καὶ ὅτι σάρκα ἀγνοοῦσαν ἐνεδύσατο, ἐν ᾗ ὢν, σαρκικῶς ἔλεγεν· Οὐκ οἶδα. Τότε γοῦν εἰρηκὼς, ὅτι Οὐδὲ ὁ Υἱὸς οἶδε, καὶ τῶν κατὰ Νῶε ἀνθρώπων τὴν ἄγνοιαν παραθεὶς, εὐθὺς ἐπήγαγε· Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε οὐδὲ ὑμεῖς, ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται· καὶ πάλιν, ᾖ οὐ δοκεῖτε ὥρᾳ, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται· δι᾽ ὑμᾶς γὰρ κἀγὼ γενόμενος ὡς ὑμεῖς, εἶπον· Οὐδὲ ὁ Υἱός. Ἔδει δὲ, εἴπερ ἦν ἀγνοῶν θεϊκῶς, εἰπεῖν· Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἶδα· καὶ, ᾗ οὐ δοκῶ ὥρᾳ· νῦν δὲ, τοῦτο μὲν οὐκ εἶπεν· εἰρηκὼς δὲ, ὅτι οὐκ οἴδατε ὑμεῖς, καὶ, ᾗ οὐ δοκεῖτε, ἔδειξεν, ὅτι τῶν ἀνθρώπων ἐστὶ τὸ ἀγνοεῖν· δι᾽ οὓς καὶ αὐτὸς, τὴν ὁμοίαν αὐτῶν ἔχων σάρκα, καὶ ἄνθρωπος γενόμενος, ἔλεγεν, οὐδὲ ὁ Υἱὸς οἶδεν· οὐκ οἶδε γὰρ σαρκὶ, καίπερ ὡς Λόγος γινώσκων. Καὶ τὸ κατὰ Νῶε δὲ παράδειγμα πάλιν ἐλέγχει τὴν ἀναίδειαν τῶν χριστομάχων· καὶ γὰρ κἀκεῖ οὐκ εἶπεν· Οὐκ ἔγνων, ἀλλ᾽, Οὐκ ἔγνωσαν, ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμός.
Μετάφραση
Αλλά εκείνοι μεν, που βλασφημούν κατ' αυτόν τον τρόπο το Πνεύμα, ας περιμένουν ότι δεν πρόκειται ποτέ να λάβουν άφεση για αυτήν την ασέβεια, όπως ακριβώς είπε ο Κύριος. Εμείς όμως, οι φιλόχριστοι και χριστοφόροι, γνωρίζουμε ότι ο Λόγος, ως Λόγος που είναι, δεν το έλεγε από άγνοια όταν έλεγε «δεν γνωρίζω»· διότι γνωρίζει· αλλά θέλοντας να καταδείξει το ανθρώπινο στοιχείο, ότι δηλαδή ίδιον των ανθρώπων είναι το να αγνοούν, και ότι ενδύθηκε σάρκα που υπόκειται στην άγνοια, ευρισκόμενος μέσα στην οποία έλεγε σαρκικώς: «Δεν γνωρίζω». Τότε, λοιπόν, αφού είπε ότι «ούτε ο Υιός γνωρίζει», και αφού παρέθεσε ως παράδειγμα την άγνοια των ανθρώπων της εποχής του Νώε, αμέσως πρόσθεσε: «Γρηγορείτε λοιπόν, διότι ούτε και εσείς γνωρίζετε ποια ώρα έρχεται ο Κύριός σας»· και πάλι, «την ώρα που δεν το περιμένετε, έρχεται ο Υιός του ανθρώπου»· διότι για χάρη σας και εγώ, αφού έγινα σαν και εσάς, είπα το: «Ούτε ο Υιός». Θα έπρεπε, όμως, εάν αγνοούσε ως Θεός, να πει: «Γρηγορείτε λοιπόν, διότι δεν γνωρίζω»· και «την ώρα που δεν το περιμένω εγώ»· τώρα όμως, δεν είπε αυτό. Αντιθέτως, λέγοντας ότι «εσείς δεν γνωρίζετε», και «την ώρα που δεν το περιμένετε», έδειξε ότι ίδιον των ανθρώπων είναι το να αγνοούν. Για χάρη αυτών και ο Ίδιος, έχοντας σάρκα όμοια με τη δική τους και έχοντας γίνει άνθρωπος, έλεγε, «ούτε ο Υιός γνωρίζει»· διότι δεν γνωρίζει κατά τη σάρκα, αν και ως Λόγος γνωρίζει. Και το παράδειγμα του Νώε ελέγχει και πάλι την αναίδεια των χριστομάχων· διότι και εκεί δεν είπε: «Εγώ δεν γνώριζα», αλλά «αυτοί δεν γνώριζαν, μέχρι που ήλθε ο κατακλυσμός».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες