Mt 25, 14—30 〈Ἄνθρωπος〉 μὲν οἰκοδεσπότης ὁ τοῦδε τοῦ παντὸς δημιουργός τε καὶ κύριος. ἀποδημίᾳ δὲ παρεικάζει τῆς παραβολῆς ὁ λόγος ἤτοι τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάβασιν τοῦ Χριστοῦ ἤγουν τὸ ἀφανές τε καὶ ἄποπτον τῆς θείας φύσεως. 〈ὑπάρχοντα〉 δὲ νοητέον θεοῦ τοὺς ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ τε καὶ πόλει πιστεύσαντας εἰς αὐτόν. 〈δούλους〉 δὲ αὐτοῦ καλεῖ οὓς κατὰ καιροὺς ὁ Χριστὸς στεφανοῖ τῷ τῆς ἱερωσύνης καυχήματι· ὁ γὰρ θεσπέσιος γράφει Παῦλος· «οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλ᾽ ὁ καλούμενος ὑπὸ τοῦ θεοῦ». τούτοις παραδίδωσιν τοὺς ὑπ᾽ αὐτῷ γεγονότας χάρισμα πνευματικὸν ἑκάστῳ διδούς, ὡς ἂν ἔχῃ γνώμης καὶ ἐπιτηδειότητος. ταύτην εἶναί φαμεν τὴν τῶν 〈ταλάντων〉 διανομὴν οὐκ ἐν ἴσῳ μέτρῳ τοῖς οἰκέταις χορηγουμένων διὰ τὸ τῆς διανοίας ἐξηλλαγμένον. 〈εὐθὺς〉 δὲ ἀπελθόντες εἰργάσαντο, φησίν, τοῦ 〈εὐθὺς〉 ἡμῖν ἐνθάδε σημαίνοντος, ὅτι μελλησμοῦ τινος δίχα πρέποι ἂν ἐργάζεσθαι τὰ θεοῦ. οἵ γε μὴν ὄκνῳ καὶ ἀργίᾳ κατεσχημένοι ἐν ἐσχάτοις ἔσονται κακοῖς. κατέχωσε γάρ, φησίν, τὸ δοθὲν αὐτῷ τάλαντον ἐν τῇ γῇ, τοῦτ᾽ ἔστιν ἄπρακτόν τε καὶ ἑτέροις ἀνωφελὲς ἐν ἑαυτῷ ἐτήρησεν τὸ χάρισμα. ἀφαιρεῖται τοιγαροῦν ἀπ᾽ 〈αὐτοῦ τὸ τάλαντον〉 καὶ τῷ πλουτοῦντι 〈δοθήσεται〉· ἀπαναστήσεται γὰρ τῶν τοιούτων τὸ πνεῦμα καὶ τῶν θείων χαρισμάτων ἡ δόσις, τοῖς δὲ φιλεργήσασι πλουσιωτέρα τις ἔσται χαρισμάτων ἐπίδοσις.
Μετάφραση
Μτ 25, 14-30. 〈Άνθρωπος〉 οικοδεσπότης είναι ο δημιουργός και κύριος του σύμπαντος αυτού. Με την αποδημία ο λόγος της παραβολής παρομοιάζει είτε την ανάβαση του Χριστού στους ουρανούς είτε το αόρατο και απρόσιτο της θείας φύσης. Ως 〈υπάρχοντα〉 του Θεού πρέπει να νοηθούν εκείνοι που σε κάθε χώρα και πόλη έχουν πιστέψει σε αυτόν. 〈Δούλους〉 του αποκαλεί αυτούς τους οποίους κατά καιρούς ο Χριστός στεφανώνει με το καύχημα της ιερωσύνης· διότι ο θεσπέσιος Παύλος γράφει: «κανείς δεν παίρνει από μόνος του την τιμή, αλλά αυτός που καλείται από τον Θεό». Σε αυτούς παραδίδει εκείνους που έχουν υπαχθεί σε αυτόν, δίνοντας στον καθένα πνευματικό χάρισμα, ανάλογα με τη διάθεση και την ικανότητά του. Αυτή λέμε ότι είναι η διανομή των 〈ταλάντων〉, τα οποία δεν χορηγούνται σε ίσο μέτρο στους υπηρέτες εξαιτίας της διαφορετικότητας της διανοίας. Και 〈ευθύς〉, λέει, έφυγαν και εργάστηκαν, όπου το 〈ευθύς〉 εδώ μας υποδηλώνει ότι πρέπει κανείς να εκτελεί τα έργα του Θεού χωρίς καμία καθυστέρηση. Εκείνοι όμως που κυριαρχούνται από οκνηρία και αργία θα βρεθούν στα έσχατα δεινά. Διότι, λέει, έθαψε το τάλαντο που του δόθηκε στη γη, δηλαδή διατήρησε το χάρισμα στον εαυτό του ανενεργό και ανωφελές για τους άλλους. Γι' αυτό, λοιπόν, αφαιρείται από 〈αυτόν το τάλαντο〉 και 〈θα δοθεί〉 σε εκείνον που πλουτίζει· διότι το Πνεύμα και η δωρεά των θείων χαρισμάτων θα απομακρυνθούν από τέτοιους ανθρώπους, ενώ σε εκείνους που εργάστηκαν φιλότιμα θα υπάρξει πλουσιότερη η χορηγία των χαρισμάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες