Ἐπεὶ οὖν πυρέξας ὁ Δαυὶδ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῇ πράξει ἐνόσησεν, ὅτε μετὰ τὸν πυρετὸν ἵδρωσε τὰ δάκρυα, ἱδρὼς γὰρ αὐτῷ πυρέξαντι τὰ δάκρυα γέγονε, καὶ τῷ ἱδρῶτι τῶν δακρύων τὴν κλίνην ὡς ἐγκλίνιος ἔβρεξε —〈Λούσω καθ᾽ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω〉—τότε ἀπαιτούμενος τὰς παραθήκας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τὴν ἀσθένειαν τῶν λογισμῶν πρὸς τὸ ἐλεηθῆναι προεβάλλετο εἰπών· 〈Ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι.〉 Ἀσφαλίζου, ὦ φίλε, τὴν παραθήκην καὶ τὸ χρέος τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Σπούδασον ἀποδοῦναι ἃ ἔλαβες· ἢ κρείττονα ἀπόδος ἃ ἔλαβες ἢ κἂν οἷα ἔλαβες. Ὡς χρυσὸν καὶ ἄργυρον τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα παραθήκην ἔλαβες. Εἰ γὰρ σὺ χρυσίον δανείζων προσδοκᾷς μετὰ τόκων καὶ πλεονασμῶν λαβεῖν τὰ κεφάλαια, εἰ δὲ ἄνευ τόκων ἐνεχθῇ σοι σῶα τὰ κεφάλαια, ἀγανακτεῖς, ὀργίζῃ, δυσχεραίνεις, εἰ δὲ καὶ ζημιωθῇς τὰ κεφάλαια, εἰς δικαστήρια καὶ στρεβλωτήρια ἐμβάλλεις τὸν ὑπεύθυνον, τί ποιήσει θεὸς ὁ δανειστὴς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος; Ἐὰν μὲν αὐτῷ μετὰ τόκων καὶ πλεονασμῶν προσενέγκῃς τὰ δύο τάλαντα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, λέγων· 〈Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας,〉 τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν· 〈ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα,〉 ἄλλον ἄνθρωπον σώσας ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος 〈...〉 Ἐὰν δὲ αὐτῷ μόνον αὐτὸ προσενέγκῃς τὸ κεφάλαιον, λέγων· 〈Ἴδε, ἔχεις τὸ σόν,〉 ἀγανακτεῖ καὶ ὀργίζεται.
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, ο Δαβίδ, αφού τον έπιασε ο πυρετός της επιθυμίας, αρρώστησε με την πράξη του, όταν μετά τον πυρετό ίδρωσε με δάκρυα, διότι τα δάκρυα έγιναν ιδρώτας για αυτόν που είχε πυρετό, και με τον ιδρώτα των δακρύων έβρεξε την κλίνη του σαν κλινήρης —«Θα λούζω κάθε νύχτα την κλίνη μου, με τα δάκρυά μου θα βρέχω το στρώμα μου»— τότε, όταν του ζητήθηκαν πίσω οι παρακαταθήκες της ψυχής και του σώματος, προέβαλε την ασθένεια των λογισμών του για να ελεηθεί, λέγοντας: «Ελέησόν με, Κύριε, διότι είμαι ασθενής». Ασφάλισε, ω φίλε, την παρακαταθήκη και το χρέος της ψυχής και του σώματος. Φρόντισε με σπουδή να αποδώσεις όσα έλαβες· είτε απόδωσε καλύτερα από αυτά που έλαβες, είτε τουλάχιστον τέτοια όπως τα έλαβες. Έλαβες την ψυχή και το σώμα ως παρακαταθήκη σαν χρυσό και άργυρο. Διότι, αν εσύ, όταν δανείζεις χρυσάφι, προσδοκάς να λάβεις πίσω το κεφάλαιο με τόκους και πλεονάσματα, και αν σου επιστραφεί το κεφάλαιο σώο αλλά χωρίς τόκους, αγανακτείς, οργίζεσαι, δυσανασχετείς, και αν μάλιστα ζημιωθείς το κεφάλαιο, ρίχνεις τον υπεύθυνο στα δικαστήρια και στα βασανιστήρια, τότε τι θα κάνει ο Θεός, ο δανειστής της ψυχής και του σώματος; Εάν μεν του προσφέρεις με τόκους και πλεονάσματα τα δύο τάλαντα της ψυχής και του σώματος, λέγοντας: «Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες», δηλαδή το σώμα και την ψυχή· «ιδού άλλα δύο τάλαντα κέρδισα», σώζοντας έναν άλλον άνθρωπο ως προς την ψυχή και το σώμα... Εάν όμως του προσφέρεις μόνο το ίδιο το κεφάλαιο, λέγοντας: «Ιδού, έχεις το δικό σου», αγανακτεί και οργίζεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες