Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβών, εἶπε· Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας, ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ’ αὐτοῖς. Ἔφη αὐτῷ ὁ Κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφώς, εἶπε· Κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας, καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας, καὶ φοβηθείς, ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Κύριος αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ·
Μετάφραση
Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα φάνηκες πιστός, σε πολλά θα σε εγκαταστήσω. Είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου. Πλησιάζοντας δε και εκείνος που είχε λάβει τα δύο τάλαντα, είπε: Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε, άλλα δύο τάλαντα κέρδισα με αυτά. Του είπε ο Κύριός του: Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα φάνηκες πιστός, σε πολλά θα σε εγκαταστήσω. Είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου. Πλησιάζοντας δε και εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο, είπε: Κύριε, γνώριζα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, που θερίζεις όπου δεν έσπειρες και μαζεύεις από εκεί όπου δεν σκόρπισες, και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου μέσα στη γη. Ορίστε, έχεις το δικό σου. Αποκρινόμενος δε ο Κύριός του, του είπε:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες