Ἐπείνασα γὰρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατε με· γυμνὸς ἤμην, καὶ περιεβάλετέ με· Ποταπὴ δέ σοι φρίκη, καὶ ἱδρὼς, καὶ σκότος περιχυθήσεται, ἀκούοντι τῆς καταδίκης· Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι, εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γὰρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με· γυμνὸς ἤμην, καὶ οὐ περιεβάλετε με· Οὐδὲ γὰρ ἐκεῖ ὁ ἅρπαξ ἐγκαλεῖται, ἀλλ᾽ ὁ ἀκοινώνητος κατακρίνεται. Ἐγὼ μὲν εἶπον, ἃ συμφέρειν ἐνόμιζον, σοὶ δὲ πεισθέντι μὲν πρόδηλα τὰ ἐν ἐπαγγελίαις ἀποκείμενα ἀγαθά· παρακούσαντι δὲ γεγραμμένη ἐστὶν ἡ ἀπειλὴ, ἧς εὔχομαί σε τὴν πεῖραν διαφυγεῖν, βελτίονα γνώμην μεταλαβόντα, ἵνα λύτρον σοι γένηται ὁ ἴδιος πλοῦτος, καὶ ἐφ᾽ ἕτοιμα βαδίσῃς τὰ οὐράνια ἀγαθά· χάριτι τοῦ πάντας ἡμᾶς καλέσαντος εἰς τὴν ἑαυτοῦ βασιλείαν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μετάφραση
«Διότι πείνασα, και μου δώσατε να φάω· δίψασα, και με ποτίσατε· γυμνός ήμουν, και με ντύσατε». Πόση φρίκη όμως, και ιδρώτας, και σκοτάδι θα σε περιλούσει, όταν θα ακούς την καταδίκη: «Πορευθείτε μακριά μου, οι καταραμένοι, στο εξώτερο σκοτάδι, το οποίο έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι πείνασα, και δεν μου δώσατε να φάω· δίψασα, και δεν με ποτίσατε· γυμνός ήμουν, και δεν με ντύσατε». Διότι εκεί δεν εγκαλείται ο άρπαγας, αλλά κατακρίνεται εκείνος που αρνήθηκε να μοιραστεί τα αγαθά του. Εγώ μεν είπα αυτά που θεώρησα ότι συμφέρουν· σε σένα δε, αν μεν πειστείς, είναι ολοφάνερα τα αγαθά που φυλάσσονται σύμφωνα με τις υποσχέσεις· αν όμως παρακούσεις, είναι γραμμένη η απειλή, την οποία εύχομαι να αποφύγεις να βιώσεις, υιοθετώντας καλύτερη γνώμη, έτσι ώστε ο ίδιος σου ο πλούτος να γίνει λύτρο για σένα, και να βαδίσεις προς τα έτοιμα ουράνια αγαθά· με τη χάρη Εκείνου που μας κάλεσε όλους στη δική Του βασιλεία, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες