τούτων οὕτως ἐκτελεσθέντων, ἀκόλουθον ἂν εἴη τὸ λέγον ἐν τῷ ψαλμῷ πρόσωπον οὐχ ἕτερον ἡγεῖσθαι τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, ὃς τῷ πατρὶ τὴν ἀναπεμφθεῖσαν αὐτῷ παρὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν εὐχὴν τῆς διὰ τοῦ ἁγίου πνεύματος ἀναγραφῆς προλαβὼν κατηξίωσεν, τὸ μέλλον περὶ αὐτοῦ συμβήσεσθαι θεσπίσας. φησὶν οὖν· «ὁ θεός, τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρασιωπήσῃς», τὴν ὑπ᾽ αὐτοῦ παραδοθεῖσαν τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς διδασκαλίαν καὶ τῆς καινῆς διαθήκης τὴν αἴνεσιν παρακαλῶν μὴ κατασιγασθῆναι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑξῆς ἅπαντα αἰῶνα παραμεῖναι τῷ βίῳ. «Στόμα δὲ ἁμαρτωλοῦ καὶ στόμα δολίου» κυρίως ἂν λεχθείη τὸ τοῦ Ἰούδα, ὃς πορευθεὶς πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπεν αὐτοῖς· «τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα στατῆρας. καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς». τοιαῦτα γοῦν κατ᾽ αὐτοῦ συνθέμενος, εἷς ἦν τῶν μετὰ ταῦτα σὺν αὐτῷ ἀνακειμένων ἐν τῷ τοῦ πάσχα συμποσίῳ, ὅτε καὶ αὐτὸς ὁ σωτὴρ ἡμῶν «ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα, ἐσθιόντων τε αὐτῶν εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με. καὶ λυπούμενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν ἕκαστος αὐτῶν, μή τι ἐγώ εἰμι, κύριε;» ἐν οἷς ἦν καὶ Ἰούδας, ὃς τὸ πλῆρες παντὸς δόλου καὶ εἰρωνείας ἀνοίξας στόμα ἀποκριθεὶς «εἶπεν, μή τι ἐγώ εἰμι Ῥαββί;»
Μετάφραση
Αφού εκτελέστηκαν αυτά με αυτόν τον τρόπο, θα ήταν λογικό να θεωρήσουμε ότι το πρόσωπο που ομιλεί στον ψαλμό δεν είναι άλλο από τον Σωτήρα μας, ο οποίος προνοώντας καταξίωσε η προσευχή που ανέπεμψε προς τον Πατέρα κατά τον καιρό του πάθους να καταγραφεί μέσω του Αγίου Πνεύματος, προφητεύοντας όσα επρόκειτο να συμβούν στον ίδιο. Λέει λοιπόν: «Θεέ, μην αποσιωπήσεις την αίνεσή μου», παρακαλώντας να μην κατασιγαστεί η διδασκαλία που παραδόθηκε από αυτόν στους μαθητές του και η αίνεση της Καινής Διαθήκης, αλλά να παραμείνει στη ζωή για ολόκληρο τον μετέπειτα αιώνα. «Στόμα αμαρτωλού και στόμα δόλιου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κυρίως αυτό του Ιούδα, ο οποίος, αφού πήγε στους αρχιερείς, τους είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, και εγώ θα σας τον παραδώσω; Εκείνοι δε του μέτρησαν τριάντα στατήρες. Και από τότε αναζητούσε ευκαιρία για να τους τον παραδώσει». Έχοντας λοιπόν συμφωνήσει τέτοια εναντίον του, ήταν ένας από εκείνους που αργότερα παρακάθονταν μαζί του στο συμπόσιο του Πάσχα, όταν και ο ίδιος ο Σωτήρας μας «καθόταν στο τραπέζι μαζί με τους δώδεκα, και ενώ έτρωγαν είπε: αλήθεια, αλήθεια σας λέω, ότι ένας από εσάς θα με παραδώσει. Και λυπούμενοι σφόδρα άρχισε να λέει ο καθένας τους, μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ιούδας, ο οποίος, ανοίγοντας το γεμάτο από κάθε δόλο και ειρωνεία στόμα του, αποκρίθηκε και «είπε, μήπως είμαι εγώ, Ραββί;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες