ΚΕΦΑΛ. Ιϛʹ. Οἱ μὲν οὖν ἄγγελοι, δυσκίνητοι πρὸς τὸ κακὸν καὶ λέγονται καὶ εἰσὶ, τῇ πρὸς Θεὸν προσεδρείᾳ καὶ τῇ ἐκεῖθεν ἐλλάμψει τῇ συνεχεῖ βοηθούμενοι· ἡ δὲ τοῦ Κυρίου ψυχὴ παντελῶς πρὸς τὸ κακὸν ἀκίνητος ἦν, αὐτὸν ἔχουσα τὸν Θεὸν Λόγον ἐν ἑαυτῇ· οὐ κατὰ σχέσιν, ἀλλὰ καθ᾽ ἕνωσιν. Καὶ ἡ μὲν τὴν ἡγεμονίαν ἐνήργει τοῦ σώματος· ὁ δὲ Θεὸς Λόγος ἦν αὐτῆς ἡγεμὼν, αὐτεξουσίως ἑπομένης αὐτῷ καὶ τὴν τοῦ θείου θελήματος αὐτοῦ καὶ λίαν ἐπιποθούσης ἐκπλήρωσιν τῷ τῆς ἁγιότητος ὑπερβάλλοντι. Διὸ καὶ ὁ Κύριος πρὸς τὸν αὑτοῦ Πατέρα προσευχόμενος ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους ὡς ἄνθρωπος ἔλεγεν· «Οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ· γενηθήτω τὸ θέλημά σου.» Καὶ γὰρ οὗτος ὁ λόγος τῆς τοῦ Κυρίου ψυχῆς ἒν εἰδυίας θέλημα τοῦ ἡνωμένου ταύτῃ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πατρός. Εἶχε μὲν οὖν ὁ Δεσπότης τὰ τῶν δούλων, διὰ τοὺς δούλους· ἀλλ᾽ ὑπὲρ τοὺς δούλους. Δεσπότης γὰρ ἦν, εἰ καὶ δούλου εἴληφε μορφήν. Ἐπείνα κατὰ ἀλήθειαν, ὡς ἡμεῖς, ἐδίψα, νυσταγμὸν ἔφερε, κοπιῶν ἦν, λυπούμενος ἦν, δακρύων, δειλιῶν, ἀγωνιῶν, ἀλλ᾽ ἑκουσίως, ὅτε θέλων αὐτὸς ἐνεδίδου τῇ αὑτοῦ ἀνθρωπότητι τὸ ἴδιον ἀμέμπτως ποιεῖν. Τοῦτο ὑπὲρ ἡμᾶς.
Μετάφραση
Κεφάλαιο ΙΣΤ'. Οι μεν άγγελοι, δυσκίνητοι προς το κακό και λέγονται και είναι, βοηθούμενοι από την παραμονή τους κοντά στον Θεό και από τη συνεχή έλλαμψη που προέρχεται από εκεί. Η ψυχή όμως του Κυρίου ήταν παντελώς ακίνητη προς το κακό, έχοντας μέσα της τον ίδιο τον Θεό Λόγο, όχι κατά σχέση, αλλά καθ' ένωση. Και αυτή μεν ασκούσε την ηγεμονία του σώματος, ο Θεός Λόγος όμως ήταν ο δικός της ηγεμόνας, καθώς αυτή τον ακολουθούσε αυτεξούσια και επιποθούσε σφόδρα την εκπλήρωση του θείου θελήματός του λόγω της υπερβάλλουσας αγιότητάς της. Γι' αυτό και ο Κύριος, προσευχόμενος προς τον Πατέρα του κατά τον καιρό του πάθους ως άνθρωπος, έλεγε: «Όχι όπως εγώ θέλω, αλλ' όπως εσύ. Ας γίνει το θέλημά σου». Διότι αυτός ήταν ο λόγος της ψυχής του Κυρίου που γνώριζε ότι ένα είναι το θέλημα του ενωμένου με αυτήν Θεού Λόγου και του Πατρός. Είχε λοιπόν ο Δεσπότης τα γνωρίσματα των δούλων, για χάρη των δούλων, αλλά βρισκόταν πάνω από τους δούλους. Διότι ήταν Δεσπότης, αν και είχε λάβει μορφή δούλου. Πεινούσε αληθινά, όπως εμείς, διψούσε, νύσταζε, κουραζόταν, λυπόταν, δάκρυζε, δειλίαζε, αγωνιούσε, αλλά εκουσίως, όταν ο ίδιος, επειδή το ήθελε, επέτρεπε στην ανθρωπότητά του να ενεργεί τα δικά της αμέμπτως. Αυτό υπερβαίνει τη δική μας φύση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες