ταῦτα μὲν ἄν τις εἰκότως ταῖς τῶν Ἰουδαίων γλωσσαλγίαις ἀντιτιθεὶς δυσωπήσει καὶ οὐχ ἑκόντας εἰς τὸ μὴ οἷς ἥκιστα χρῆν ἀπαλαζονεύεσθαι· ἀποθαυμάσαι δὲ ἄν τις, καὶ μάλα εἰκότως, τὸν ἅγιον Εὐαγγελιστὴν ἐπισημηνάμενον εὐκαίρως, καὶ εἰρηκότα σαφῶς, ὅτι ταῦτα ἐδίδασκεν ἐν τῷ ἱερῷ παρὰ τὸ γαζοφυλάκιον ὁ Σωτὴρ, καὶ οὐδεὶς ἐπίασεν αὐτόν. ἐπεμαρτύρει γὰρ ὥσπερ τοῖς παρ᾽ αὐτοῦ ῥήμασιν, ἅπερ ἔφη πρὸς Ἰουδαίους ὅτε συλληψόμενοι παρῆσαν αὐτόν “Ὡς ἐπὶ ”λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν “με; καθ᾽ ἡμέραν ἐκαθεζόμην ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων καὶ οὐκ ”ἐκρατήσατέ με.” καὶ οὐ δήπου φήσειεν ἄν τις τὰ εἰκότα φρονῶν, ὡς ἐπῃτιᾶτο τοὺς Ἰουδαίους ὅτι μὴ πρόωρον αὐτῷ τὸ πάθος ἐπήγαγον, ἀλλ᾽ οὐδὲ ὅτι τὸν δέοντα παρελάσαντες χρόνον, βραδεῖς ὥσπερ ἐβάδιζον ἐπὶ τὸ χρῆναι μιαιφονεῖν. ἐλέγχει δὲ μᾶλλον αὐτοὺς, ὡς οἰηθέντας ἀσυνέτως, καὶ οὐχ ἑκόντος αὐτοῦ περιέσεσθαί ποτε, καὶ βιασαμένους ἑλεῖν δύνασθαι τὸν οὐδὲν εἰδότα παθεῖν εἰ μὴ βούλοιτο. “Ἐκαθε- ”ζόμην γὰρ διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με·” οὐ γὰρ ἠβουλόμην τότε, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν εἰς τὸ παρὸν ἰσχύσατε τοῦτο δρᾶν, εἰ μὴ ταῖς ὑμετέραις χερσὶν ἐθελοντὴς ὑπενήνεγμαι.
Μετάφραση
Αυτά, λοιπόν, αντιτάσσοντάς τα κανείς εύλογα στις φλυαρίες των Ιουδαίων, θα τους έκανε να ντραπούν και παρά τη θέλησή τους, ώστε να μην υπερηφανεύονται για πράγματα για τα οποία διόλου δεν θα έπρεπε. Θα μπορούσε δε κανείς να θαυμάσει, και πολύ δικαιολογημένα, τον άγιο Ευαγγελιστή που επισήμανε εύστοχα και είπε σαφώς ότι αυτά τα δίδασκε ο Σωτήρας στον ναό, κοντά στο γαζοφυλάκιο, και κανείς δεν τον συνέλαβε. Διότι επιβεβαίωνε τρόπον τινά τα ίδια τα δικά του λόγια, τα οποία είπε προς τους Ιουδαίους όταν ήρθαν για να τον συλλάβουν: «Σαν σε ληστή βγήκατε με μαχαίρια και ξύλα για να με συλλάβετε; Κάθε μέρα καθόμουν στον ναό διδάσκοντας και δεν με πιάσατε». Και βεβαίως δεν θα έλεγε κανείς που σκέφτεται σωστά, ότι κατηγορούσε τους Ιουδαίους επειδή δεν του προκάλεσαν το πάθος πρόωρα, ούτε βέβαια ότι, έχοντας αφήσει να περάσει ο κατάλληλος χρόνος, βάδιζαν αργά προς το να διαπράξουν τη μιαιφονία. Μάλλον δε τους ελέγχει, επειδή θεώρησαν ασύνετα ότι θα μπορούσαν ποτέ να επικρατήσουν παρά τη δική του θέληση, και ότι ασκώντας βία θα μπορούσαν να συλλάβουν εκείνον που δεν είναι δυνατόν να πάθει τίποτα αν δεν το θέλει ο ίδιος. «Διότι καθόμουν και δίδασκα στον ναό και δεν με πιάσατε»· επειδή δεν το ήθελα τότε, αλλά ούτε και στο παρόν θα μπορούσατε να το κάνετε αυτό, αν δεν παραδινόμουν εθελουσίως στα δικά σας χέρια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες