Μάνθανε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι καὶ παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις τοσοῦτον ἡ φιλοξενία ἐσπουδάζετο, ὥστε καὶ τοῖς ξένοις εἰς ταφὴν χωρίον τι ἀγορασθῆναι. Αἰσχυνώμεθα οὖν ἡμεῖς, οἱ τελειοτέρου μὲν βίου δοκοῦντες εἶναι, τοὺς δὲ ξένους παραβλεπόμενοι. Τὴν τιμὴν δὲ τοῦ τετιμημένου, φησίν, δηλονότι τοῦ Χριστοῦ· ἀτίμητος μὲν γὰρ ἦν, ἐτιμήθη δὲ ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ, τουτέστι, τὴν τιμὴν αὐτοῦ ἔστησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, συμφωνήσαντες τῷ Ἰούδᾳ δοῦναι τριάκοντα ἀργύρια. «Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος, καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμών, λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· Σὺ λέγεις. Καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, οὐδὲν ἀπεκρίνατο.
Μετάφραση
Μάθε δε και τούτο, ότι και στους Ιουδαίους σε τέτοιο βαθμό επιδιωκόταν η φιλοξενία, ώστε αγοράστηκε κάποιο χωράφι για την ταφή των ξένων. Ας ντρεπόμαστε, λοιπόν, εμείς που θεωρείται ότι διάγουμε τελειότερο βίο, ενώ παραβλέπουμε τους ξένους. Την τιμή δε του εκτιμηθέντος, λέει, δηλαδή του Χριστού· διότι ήταν μεν ανεκτίμητος, αλλά κοστολογήθηκε από τους υιούς του Ισραήλ, δηλαδή οι υιοί του Ισραήλ όρισαν την τιμή του, συμφωνώντας με τον Ιούδα να του δώσουν τριάντα αργύρια. «Ο δε Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα, και τον ρώτησε ο ηγεμόνας, λέγοντας: Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων; Ο δε Ιησούς του είπε: Εσύ το λες. Και ενώ κατηγορούνταν από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, δεν αποκρίθηκε τίποτα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες