Καὶ γὰρ θαύματος ἄξιον ἦν ἰδεῖν τοσαύτην ἐπιείκειαν ἐπιδεικνύμενον, καὶ σιγῶντα, τὸν μυρία ἔχοντα εἰπεῖν. Οὐδὲ γὰρ ἐκεῖνοι ἐκ τοῦ συνειδέναι τι πονηρὸν αὐτῷ κατηγόρουν, ἀλλ᾽ ἀπὸ βασκανίας καὶ φθόνου μόνον. Ὅτε γοῦν ἔστησαν ψευδομάρτυρας, διατί μηδὲν ἐχόντων εἰπεῖν ἐπέκειντο ἔτι, καὶ τὸν Ἰούδαν ἀποπνεύσαντα ἰδόντες, οὐ κατενύγησαν, καὶ τὸν Πιλάτον τὰς χεῖρας ἀπονιψάμενον; Καὶ γὰρ πολλὰ καὶ παρ᾽ αὐτὸν τὸν καιρὸν ἐποίησεν, ὥστε αὐτοὺς ἀνανῆψαι· ἀλλ᾽ οὐδενὶ τούτων ἐγένοντο βελτίους. Τί οὖν ὁ Πιλάτος; Οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσιν οὗτοι; Ἠβούλετο μὲν γὰρ αὐτὸν ἀπολογούμενον ἀπαλλαγῆναι, διὸ καὶ ταῦτα ἔλεγεν· ἐπειδὴ δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο, καὶ ἕτερόν τι μηχανᾶται. Ποῖον δὴ τοῦτο; Ἔθος ἦν αὐτοῖς ἀφιέναι ἕνα τῶν καταδίκων, καὶ ἐντεῦθεν αὐτὸν ἐξελέσθαι ἐπεχείρησεν. Εἰ γὰρ μὴ βούλεσθε, φησὶν, ὡς ἀθῶον ἀφεῖναι, κἂν ὡς κατάδικον χαρίσασθε τῇ ἑορτῇ. Εἶδες τάξιν ἀντεστραμμένην; Τὴν μὲν γὰρ αἴτησιν τὴν ὑπὲρ τῶν καταδίκων, τοῦ δήμου ἔθος ἦν εἶναι, τὴν δὲ δόσιν τοῦ ἄρχοντος· νῦν δὲ τοὐναντίον γέγονε, καὶ ὁ ἄρχων αἰτεῖ τὸν δῆμον, καὶ οὐδὲ οὕτω γίνονται ἥμεροι, ἀλλ᾽ ἐκθηριοῦνται μειζόνως καὶ φονῶσιν, ὑπὸ τοῦ πάθους τῆς βασκανίας ἐκβακχευόμενοι.
Μετάφραση
Διότι ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο να τον βλέπει κανείς να επιδεικνύει τόση επιείκεια και να σιωπά, αυτός που είχε άπειρα να πει. Διότι ούτε και εκείνοι τον κατηγορούσαν επειδή εγνώριζαν κάποια πονηρία του, αλλά μόνο από κακία και φθόνο. Όταν, λοιπόν, έστησαν ψευδομάρτυρες, γιατί συνέχιζαν να επιμένουν, εφόσον δεν είχαν τίποτα να πουν; Και όταν είδαν τον Ιούδα να έχει ξεψυχήσει, γιατί δεν ένιωσαν συντριβή, ούτε όταν είδαν τον Πιλάτο να νίβει τα χέρια του; Διότι ο Κύριος έπραξε πολλά και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ώστε να τους κάνει να συνέλθουν· αλλά με κανένα από αυτά δεν έγιναν καλύτεροι. Τι λέει, λοιπόν, ο Πιλάτος; «Δεν ακούς πόσα καταμαρτυρούν εναντίον σου αυτοί;» Ήθελε δηλαδή να τον απαλλάξει εφόσον θα απολογούνταν, γι' αυτό και του έλεγε αυτά· επειδή όμως δεν απάντησε τίποτα, μηχανεύεται κάτι άλλο. Ποιο ήταν δηλαδή αυτό; Υπήρχε σε αυτούς η συνήθεια να απελευθερώνουν έναν από τους καταδίκους, και με αυτόν τον τρόπο επιχείρησε να τον γλιτώσει. Διότι, εάν δεν θέλετε, λέει, να τον αφήσετε ελεύθερο ως αθώο, τουλάχιστον χαρίστε του την ελευθερία ως κατάδικο λόγω της εορτής. Είδες πώς αντιστράφηκε η τάξη; Διότι ήταν συνήθεια το μεν αίτημα υπέρ των καταδίκων να γίνεται από τον λαό, η δε παραχώρηση της χάριτος από τον άρχοντα· τώρα όμως συνέβη το αντίθετο, και ο άρχοντας παρακαλεί τον λαό, και ούτε με αυτόν τον τρόπο ημερεύουν, αλλά εξαγριώνονται περισσότερο σαν θηρία και διψούν για φόνο, παραφερόμενοι με μανία από το πάθος της κακίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες