Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· Σὺ λέγεις· ἀπόκρισιν δοὺς αὐτῷ σοφωτάτην· οὔτε γὰρ εἶπεν, ὅτι Οὐκ εἰμί, οὔτε πάλιν, ὅτι Εἰμί. Ἀλλὰ μέσως πως ἔφη· Σὺ λέγεις. Τοῦτο γὰρ δύναται καὶ οὕτω νοηθῆναι, ὅτι Εἰμὶ καθὼς λέγεις· καὶ οὕτως, ὅτι Ἐγὼ μὲν τοῦτο οὐ λέγω, σὺ δὲ λέγεις· ἄλλο μέντοι οὐδὲν ἀπεκρίνατο· ᾔδει γὰρ τὸ κριτήριον μὴ κατὰ λόγον προβαῖνον. Ἐθαύμαζεν οὖν ὁ Πιλάτος τὸν Κύριον, ἅμα μὲν ὡς καταφρονοῦντα θανάτου, ἅμα δὲ πῶς λόγιος ὢν καὶ μυρία ἔχων προβαλέσθαι εἰς ἀπολογίαν, οὐδὲν ἀπεκρίνατο, ἀλλὰ τῶν ἐγκαλούντων ὑπερεώρα. Διδασκώμεθα δὲ καὶ ἡμεῖς ἐντεῦθεν ὅταν πρὸς δικαστήριον ἔχωμεν διεφθαρμένον, μηδὲν λέγειν, ἵνα μήτε θόρυβον πλείονα ἐγείρωμεν, μήτε κατακρίσεως πλείονος ὦμεν αἴτιοι τοῖς μὴ τῶν ἀπολογιῶν ἡμῶν ἀκούουσι. «Κατὰ δὲ ἑορτὴν εἰώθει ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον, ὃν ἤθελον· εἶχον δὲ τότε δέσμιον ἐπίσημον, λεγόμενον Βαραββᾶν. Συνηγμένων οὖν αὐτῶν, εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλάτος· Τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν, Βαραββᾶν, ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; ᾜδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν.» Ὁ Πιλάτος ἐσπούδαζεν ἀπολῦσαι τὸν Χριστόν, εἰ καὶ μαλακώτερον τοῦ δέοντος· ἔδει γὰρ ἐνστῆναι αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ἀληθοῦς. Πρῶτον μὲν οὖν ἠρώτησε τὸν Κύριον· Οὐκ ἀκούεις τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν;
Μετάφραση
Ο δε Ιησούς του είπε: «Εσύ το λες», δίνοντάς του μια σοφότατη απάντηση. Διότι ούτε είπε «Δεν είμαι», ούτε πάλι «Είμαι». Αλλά απάντησε κάπως ενδιάμεσα: «Εσύ το λες». Διότι αυτό μπορεί να νοηθεί και έτσι, ότι δηλαδή «Είμαι, όπως το λες», αλλά και έτσι: «Εγώ βέβαια δεν το λέω αυτό, εσύ όμως το λες». Δεν έδωσε καμία άλλη απάντηση, επειδή γνώριζε ότι το δικαστήριο δεν λειτουργούσε σύμφωνα με το δίκαιο. Ο Πιλάτος, λοιπόν, θαύμαζε τον Κύριο, αφενός επειδή περιφρονούσε τον θάνατο, και αφετέρου διότι, ενώ ήταν σοφός και είχε άπειρα επιχειρήματα να προβάλει για την απολογία του, δεν απάντησε τίποτα, αλλά παρέβλεψε τους κατηγόρους του. Ας διδαχθούμε από αυτό και εμείς, όταν έχουμε να κάνουμε με διεφθαρμένο δικαστήριο, να μη λέμε τίποτα, ώστε να μην προκαλούμε μεγαλύτερο θόρυβο, αλλά ούτε και να γινόμαστε αιτία μεγαλύτερης καταδίκης σε όσους δεν ακούν τις απολογίες μας. «Κατά την εορτή ο ηγεμόνας είχε τη συνήθεια να απολύει έναν κρατούμενο για τον όχλο, όποιον ήθελαν. Είχαν δε τότε έναν διαβόητο κρατούμενο, που λεγόταν Βαραββάς. Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν, ο Πιλάτος τούς είπε: 'Ποιον θέλετε να σας απολύσω, τον Βαραββά ή τον Ιησού που λέγεται Χριστός;' Διότι γνώριζε ότι εξαιτίας φθόνου τον είχαν παραδώσει». Ο Πιλάτος προσπαθούσε να απολύσει τον Χριστό, αν και πιο χλιαρά από ό,τι έπρεπε. Διότι έπρεπε να σταθεί σθεναρά υπέρ της αλήθειας. Πρώτα λοιπόν ρώτησε τον Κύριο: «Δεν ακούς τι καταμαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες