Πρωΐας τε γενομένης, δήσαντες αὐτὸν ἤγαγον καὶ παρέδωκαν Πιλάτῳ, τά τε κατὰ τὸ πάθος ἐνήργουν. Ἃ δὴ πάντα τῷ πνεύματι προϊδὼν ὁ προφήτης, ἀνεφώνει λέγων· Ὅτι εἶδον ἀνομίαν καὶ ἀντιλογίαν ἐν τῇ πόλει ἡμέρας καὶ νυκτὸς κυκλοῦντα αὐτὴν, κατὰ τὸν Σύμμαχον. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν τῇ πόλει· περὶ δὲ τὰ τείχη αὐτῆς ἀνομία καὶ κόπος, ἢ, κατὰ τὸν Σύμμαχον, ὀδύνη καὶ ταλαιπωρία. Σημαίνει δὲ τὰ ἐκτὸς τῆς πόλεως πεπραγμένα, ὁπηνίκα κατεξαγαγόντες αὐτὸν ἤγαγον εἰς τὸν λεγόμενον τόπον Γολγοθά.
Μετάφραση
Όταν δε έγινε πρωί, αφού τον έδεσαν, τον οδήγησαν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο, και εκτελούσαν τα όσα αφορούσαν το Πάθος. Όλα αυτά λοιπόν, επειδή τα προείδε εν Πνεύματι ο προφήτης, αναφωνούσε λέγοντας: «Διότι είδα ανομία και αντιλογία μέσα στην πόλη να την περικυκλώνουν ημέρα και νύχτα», σύμφωνα με τον Σύμμαχο. Και αυτά μεν συνέβαιναν μέσα στην πόλη· γύρω δε από τα τείχη της υπήρχε ανομία και κόπος, ή, κατά τον Σύμμαχο, οδύνη και ταλαιπωρία. Αυτό δε υποδηλώνει τα όσα διαπράχθηκαν έξω από την πόλη, όταν, αφού τον έβγαλαν έξω, τον οδήγησαν στον τόπο που ονομάζεται Γολγοθάς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες