Πάντα γοῦν κινοῦσι καὶ ταράττουσι, καὶ οὐδὲ οὕτω τοῖς ἑαυτῶν ἀρκοῦνται· κατ᾽ ἐνιαυτὸν γὰρ, ὡς οἱ τὰς διαθήκας γράφοντες, συνερχόμενοι καὶ αὐτοὶ, προσποιοῦνται περὶ πίστεως γράφειν, ἵνα καὶ ἐν τούτῳ γέλωτα μᾶλλον καὶ αἰσχύνην ὀφλήσωσιν, ὅτι μὴ παρ᾽ ἑτέρων, ἀλλὰ παρ᾽ αὐτῶν τὰ αὐτῶν ἐκβάλλεται. Εἰ γὰρ ἐθάῤῥουν οἷς ἔγραφον προτέροις, οὐκ ἂν δεύτερα γράφειν ἐζήτουν· οὐδὲ πάλιν ἀφέντες ἐκεῖνα, ταῦτα νῦν ἔγραφον ἅπερ, πάντως τοῦτο μελετήσαντες, πάλιν ἀλλάξουσιν, ἐὰν ὀλίγος πάνυ παρέλθῃ χρόνος, καὶ πρόφασιν λάβωσι τοῦ συνήθως τισὶν ἐπιβουλεύειν. Τότε γὰρ, ὅταν ἐπιβουλεύσωσι, μάλιστα προσποιοῦνται περὶ πίστεως γράφειν, ἵνα, ὡς ὁ Πιλᾶτος ἐνίψατο τὰς χεῖρας, οὕτω καὶ οὗτοι δράκοντες ἀποκτείνωσι τοὺς εἰς Χριστὸν εὐσεβοῦντας· καὶ ἵνα, ὡς περὶ πίστεως ὁρίζοντες δόξωσιν, ὡς πολλάκις εἶπον, φεύγειν τὸ τῆς ἑτεροδοξίας ἔγκλημα. Ἀλλ᾽ οὔτε λαθεῖν, οὔτε φυγεῖν δυνήσονται· ἕως γὰρ ἑαυτοῖς ἀπολογοῦνται, ἑαυτῶν ἀεὶ κατήγοροι γίνονται, καὶ δικαίως γε· οὐ γὰρ τοῖς ἐλέγχουσιν αὐτοὺς ἀποκρίνονται, ἀλλ᾽ ἑαυτοὺς, ὡς βούλονται, πείθουσι. Πότε οὖν, τοῦ ὑπευθύνου κρίνοντος ἑαυτὸν, λύσις γίνεται τοῦ ἐγκλήματος;
Μετάφραση
Όλα λοιπόν τα κινούν και τα αναταράσσουν, και ούτε έτσι αρκούνται στα δικά τους· διότι κάθε χρόνο, όπως αυτοί που συντάσσουν διαθήκες, συνέρχονται και οι ίδιοι και προσποιούνται ότι γράφουν περί πίστεως, για να προκαλέσουν και με αυτό μάλλον τον γέλωτα και την αισχύνη, επειδή τα δικά τους απορρίπτονται όχι από άλλους, αλλά από τους ίδιους. Διότι, εάν είχαν εμπιστοσύνη σε όσα έγραφαν προηγουμένως, δεν θα επιδίωκαν να γράψουν δεύτερα· ούτε πάλι, αφού εγκατέλειψαν εκείνα, θα έγραφαν τώρα αυτά, τα οποία, έχοντας οπωσδήποτε κατά νου αυτό το σχέδιο, πάλι θα αλλάξουν, εάν παρέλθει έστω και ελάχιστος χρόνος, και βρουν αφορμή να επιβουλευθούν κάποιους, όπως συνηθίζουν. Διότι τότε, όταν απεργάζονται επιβουλές, κατεξοχήν προσποιούνται ότι γράφουν περί πίστεως, ώστε, όπως ο Πιλάτος ένιψε τα χέρια του, έτσι και αυτοί ως δράκοντες να θανατώσουν όσους ευσεβούν προς τον Χριστό· και ώστε, δίνοντας την εντύπωση ότι ορίζουν τα της πίστεως, να φανούν, όπως πολλές φορές είπα, ότι αποφεύγουν την κατηγορία της ετεροδοξίας. Αλλά ούτε να περάσουν απαρατήρητοι ούτε να διαφύγουν θα μπορέσουν· διότι, όσο απολογούνται στους εαυτούς τους, γίνονται πάντοτε κατήγοροι των εαυτών τους, και μάλιστα δικαίως· διότι δεν απαντούν σε εκείνους που τους ελέγχουν, αλλά πείθουν τους εαυτούς τους όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Πότε λοιπόν, όταν ο υπόλογος κρίνει τον εαυτό του, επέρχεται απαλλαγή από την κατηγορία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες