Ἕως μὲν γὰρ εἰς τὰ ἀνθρώπινα βλέποντες ἐχώλευον τῇ διανοίᾳ, λέγοντες· «Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός;» καὶ, «Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μὴ μεμαθηκώς;» καὶ, «Τί σὺ ποιεῖς περὶ σεαυτοῦ σημεῖον;» καὶ, «Καταβήτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, καὶ πιστεύσομεν αὐτῷ·» ἔφερεν αὐτοὺς, καὶ, ὡς εἰς Υἱὸν ἀνθρώπου ἁμαρτανόντων αὐτῶν, λυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει αὐτῶν ἔλεγεν· «Εἰ ἔγνωτε καὶ ὑμεῖς τὰ εἰς εἰρήνην.» Καὶ γὰρ καὶ τῷ μεγάλῳ Πέτρῳ ὡς περὶ ἀνθρώπου λαλησάσης τῆς θυρωροῦ, καὶ οὕτως ἀποκρινομένῳ, συνέγνω κλαύσαντι ὁ Κύριος. Ὅτε δὲ πεσόντες ἐπιπεπτώκασι, καὶ πλέον ἐμάνησαν, ὥστε τὰ τοῦ Θεοῦ ἔργα λέγειν εἶναι τοῦ Βεελζεβοὺλ, οὐκέτι λοιπὸν αὐτοὺς ἤνεγκεν· εἰς γὰρ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ ἐβλασφήμουν, λέγοντες τὸν ταῦτα ποιοῦντα μὴ εἶναι Θεὸν, ἀλλὰ Βεελζεβούλ. Καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ἀφόρητα τολμῶντας, αἰωνίως ἐτιμωρήσατο.
Μετάφραση
Διότι, όσο μεν καιρό, βλέποντας τα ανθρώπινα, χώλαιναν στη διάνοιά τους λέγοντας: «Δεν είναι αυτός ο γιος του ξυλουργού;» και, «Πώς αυτός γνωρίζει γράμματα, χωρίς να έχει μαθητεύσει;» και, «Τι σημείο κάνεις εσύ για τον εαυτό σου;» και, «Ας κατεβεί τώρα από τον σταυρό, και θα τον πιστέψουμε»· τους ανεχόταν και, καθώς αμάρταναν εις βάρος του Υιού του ανθρώπου, λυπούμενος για την πώρωσή τους, έλεγε: «Είθε να γνωρίζατε και εσείς όσα οδηγούν στην ειρήνη». Διότι και τον μεγάλο Πέτρο, όταν η θυρωρός του μίλησε σαν για κοινό άνθρωπο και εκείνος αποκρίθηκε ανάλογα, μόλις έκλαψε, ο Κύριος τον συγχώρησε. Όταν όμως έπεσαν σε έσχατη πτώση και κυριεύθηκαν από μεγαλύτερη μανία, φτάνοντας στο σημείο να λένε ότι τα έργα του Θεού είναι του Βεελζεβούλ, δεν τους ανέχθηκε πλέον· διότι βλασφημούσαν το Πνεύμα του, λέγοντας ότι αυτός που τα πράττει αυτά δεν είναι ο Θεός, αλλά ο Βεελζεβούλ. Και γι' αυτό, επειδή τόλμησαν πράγματα αφόρητα, τους τιμώρησε αιώνια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες