Ὢ μακαρίων χειρῶν! ὢ πανολβίων ὠλενῶν, αἷς κατασχὼν τὸ τοῦ Θεοῦ μου σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ καὶ μύροις πολυτελέσιν ἐνείλησας! Οὕτω γὰρ, φησὶν, ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν. Ἦν δὲ, φησὶν, ἐν τῷ τόπῳ, ὅπου ἐσταυρώθη, κῆπος, καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινὸν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη. Ἐκεῖ οὖν διὰ τὴν Παρασκευὴν τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐγγὺς ἦν τὸ μνημεῖον, ἔθηκαν τὸν Ἰησοῦν· ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ· καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν πρὸς τὴν θύραν, ἀναπῆλθε.
Μετάφραση
Ω μακάρια χέρια! Ω πανευτυχείς βραχίονες, με τους οποίους, αφού κράτησες το σώμα του Θεού μου, το τύλιξες με καθαρή σινδόνη και με πολύτιμα μύρα! Διότι έτσι, λέει, είναι το έθιμο των Ιουδαίων να ενταφιάζουν. Υπήρχε δε, λέει, στον τόπο όπου σταυρώθηκε ένας κήπος, και μέσα στον κήπο ένα καινούργιο μνημείο, στο οποίο κανείς ποτέ δεν είχε ακόμηποτεθεί. Εκεί λοιπόν, λόγω της Παρασκευής των Ιουδαίων, επειδή το μνημείο ήταν κοντά, έθεσαν τον Ιησού· το οποίο είχε λαξεύσει στον βράχο· και αφού κύλησε έναν μεγάλο λίθο στη θύρα, αναχώρησε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες