ἀλλ᾽ ἐπεὶ «τὸ ἑκάστου ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ αὐτὸ δοκιμάσει», εἰκότως προστάττει καθεῖναι αὐτοὺς «εἰς τὸ χωνευτήριον», ἐπιλέγων· «ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπὲρ αὐτῶν». χωνευτήριον δὲ ἐνταῦθα ἔοικεν τὸν οἶκον κυρίου ὀνομάζειν. εἰπόντος γοῦν τοῦ κυρίου κατὰ τοὺς ἑβδομήκοντα «κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον», ἐπιφέρει· «καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον κυρίου, εἰς τὸ χωνευτήριον». κατὰ δὲ τὸν Ἀκύλαν εἰπόντος τοῦ κυρίου «ῥῖψον αὐτό» (δῆλον δ᾽ ὅτι τὸ ἀργύριον) «πρὸς τὸν πλάστην», ἐπιφέρει· «καὶ ἔρριψα αὐτὸ ἐν οἴκῳ κυρίου πρὸς τὸν πλάστην», κατὰ δὲ τὸν Σύμμαχον, εἰπόντος τοῦ κυρίου· «ῥῖψον αὐτὸ εἰς τὸ χωνευτήριον», ἐπιφέρει λέγων· «καὶ ἔρριψα αὐτὸ εἰς τὸν οἶκον κυρίου, εἰς τὸ χωνευτήριον». μήποτε δὲ καὶ τοῦτο ἐπληροῦτο, ὅτε Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς τὸν κύριον, ἰδὼν «ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψεν τὸ ἀργύριον τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ πρεσβυτέροις, λέγων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπαν αὐτῷ τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει. καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια εἰς τὸν ναὸν ἀνεχώρησεν καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο. οἱ δὲ ἀρχιερεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπαν· οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν, ἐπεὶ τιμὴ αἵματός ἐστιν. συμβούλιον δὲ λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις. διὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
Μετάφραση
Αλλ' επειδή «το έργο του καθενός, όποιο και αν είναι, η φωτιά θα το δοκιμάσει», εύλογα προστάζει να τους ρίξουν «στο χωνευτήριο», προσθέτοντας: «με τον τρόπο που δοκιμάστηκα για χάρη τους». Ως χωνευτήριο δε εδώ φαίνεται ότι ονομάζει τον οίκο του Κυρίου. Όταν, λοιπόν, ο Κύριος είπε σύμφωνα με τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, «ρίξε αυτούς στο χωνευτήριο», [ο προφήτης] προσθέτει: «και τους έριξα στον οίκο του Κυρίου, στο χωνευτήριο». Σύμφωνα δε με τον Ακύλα, όταν ο Κύριος είπε «ρίξε το» (είναι φανερό ότι εννοεί το αργύριο) «προς τον πλάστη», προσθέτει: «και το έριξα μέσα στον οίκο του Κυρίου προς τον πλάστη»· ενώ σύμφωνα με τον Σύμμαχο, όταν ο Κύριος είπε: «ρίξε το στο χωνευτήριο», προσθέτει λέγοντας: «και το έριξα στον οίκο του Κυρίου, στο χωνευτήριο». Ίσως δε αυτό να εκπληρώθηκε, όταν ο Ιούδας, αυτός που παρέδωσε τον Κύριο, βλέποντας «ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα αργύρια στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, λέγοντας: αμάρτησα παραδίδοντας αθώο αίμα. Εκείνοι δε του είπαν: τι αφορά εμάς; Εσύ ας όψεσαι. Και αφού έριξε τα αργύρια μέσα στον ναό, αναχώρησε, και φεύγοντας απαγχονίστηκε. Οι δε αρχιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στον κορβανά, επειδή είναι αντίτιμο αίματος. Αφού δε έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν με αυτά τον αγρό του κεραμέα για την ταφή των ξένων. Γι' αυτό ο αγρός εκείνος ονομάστηκε αγρός αίματος έως τη σημερινή ημέρα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες