Τοῦ γὰρ ἀκτίστου Λόγου γέγονε σῶμα· οὗ γὰρ σῶμα γέγονε, τούτῳ προσάγετε καὶ τὴν προσκύνησιν. Ἄρ᾽ οὖν καὶ προσκυνεῖται ὀφειλομένως, καὶ θεϊκῶς προσκυνεῖται· Θεὸς γὰρ ὁ Λόγος ἐστὶν, οὗ τὸ σῶμα ἴδιον τυγχάνει· ἐπεὶ καὶ ὅτε προσῄεσαν αἱ γυναῖκες τῷ Κυρίῳ, διακωλύων ἔλεγε, Μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν Πατέρα μου, σημαίνων, ὅτι χρεία ἀναβάσεως, καὶ ὅτι μία ἔσται ἡ ἀνάβασις. Ὅμως, προσελθοῦσαι, ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας, καὶ προσεκύνησαν. Πόδας ἐκράτησαν, Θεὸν προσεκύνησαν. Πόδας ὀστέων καὶ σαρκὸς ἔχοντας ψηλάφησιν, ἀλλὰ Θεοῦ ὄντας, προσεκύνησαν Θεόν. Καὶ ἀλλαχοῦ δὲ ὁ Κύριος ἔλεγε, Ψηλαφήσατέ με καὶ γνῶτε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα, καίτοι πνεῦμα ὢν αὐτός· Πνεῦμα γὰρ ὁ Θεός. Καὶ λέγων ἔχειν, καὶ ἐπίδειξιν ποιούμενος, πῶς ἔλεγεν, ὅτι Πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ, φησὶν, οὐχὶ ὄντα, ἀλλ᾽ ἔχοντα θεωρεῖτε, ἢ τοῦτο διδάσκων, ὅτι ἡ τοῦ πνεύματος φύσις ἄῤῥητός ἐστιν· αὕτη δὲ ἡ ψηλάφησις σώματος τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς ἐστιν, ὅπερ ἑαυτῷ περιεποιήσατο ἐκ Παρθένου, οὐκ ἐνεργείας τόπῳ, ἀλλὰ φυσικῇ γεννήσει· ἵνα καὶ κατὰ φύσιν ᾖ τὸ σῶμα, καὶ ἀδιαίρετον ᾖ πάλιν κατὰ φύσιν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος.
Μετάφραση
Διότι έγινε σώμα του άκτιστου Λόγου· διότι σε εκείνον του οποίου έγινε σώμα, σε αυτόν οφείλετε να προσφέρετε και την προσκύνηση. Άρα λοιπόν, και προσκυνείται όπως του οφείλεται, και θεϊκώς προσκυνείται· διότι ο Λόγος είναι Θεός, του οποίου το σώμα τυγχάνει να είναι αποκλειστικά δικό του· επειδή και όταν πλησίασαν οι γυναίκες τον Κύριο, εμποδίζοντάς τες έλεγε: «Μην με αγγίζεις· διότι δεν έχω αναβεί ακόμη προς τον Πατέρα μου», υποδηλώνοντας ότι υπάρχει ανάγκη αναβάσεως, και ότι η ανάβαση θα είναι μία. Όμως, αφού πλησίασαν, κράτησαν τα πόδια του και τον προσκύνησαν. Πόδια κράτησαν, Θεό προσκύνησαν. Πόδια που παρείχαν την ψηλάφηση οστών και σάρκας, αλλά επειδή ανήκαν στον Θεό, προσκύνησαν τον Θεό. Και αλλού πάλι ο Κύριος έλεγε: «Ψηλαφήστε με και γνωρίστε ότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα να έχω», καίτοι και ο ίδιος ήταν πνεύμα· διότι ο Θεός είναι Πνεύμα. Και εφόσον έλεγε ότι έχει, και το επιδείκνυε, πώς έλεγε ότι το Πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, «όπως εμένα», λέει, «βλέπετε όχι να είμαι (σάρκα), αλλά να έχω», παρά μόνο για να διδάξει τούτο: ότι η φύση του πνεύματος είναι άρρητη. Ενώ αυτή η ψηλάφηση αφορά ένα σώμα όμοιο με το δικό μας, το οποίο προσέλαβε για τον εαυτό του από την Παρθένο, όχι με τρόπο (απλής) ενέργειας, αλλά με φυσική γέννηση· έτσι ώστε και το σώμα να υφίσταται κατά φύση, και να παραμένει πάλι αδιαίρετο κατά φύση από τη θεότητα του Λόγου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες