ἢ ἔβλεπον μέν—ἐξ ἀνάγκης γὰρ ἦν ὁρᾶν αὐτά—πάλιν δὲ ἐγόγγυζον μεταβαλλόμενοι· διατί ἐν τῷ σαββάτῳ θεραπεύεις τὸν παραλυτικόν, καὶ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸν τότε ποιεῖς ἀναβλέπειν; τοῦτο δὲ πρόφασις πάλιν ἦν καὶ μόνον γογγυσμός. καὶ γὰρ ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις θεραπεύοντος τοῦ κυρίου πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐκεῖνοι συνήθως ἐμέμφοντο καὶ μᾶλλον ἤθελον ἀθεότητος ἔχειν ὑπόνοιαν τὸν Βεελζεβοὺλ ὀνομάζοντες ἢ ἀρνήσασθαι τὴν ἰδίαν πονηρίαν. ἀλλὰ καὶ οὕτως τοῦ σωτῆρος πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως δεικνύοντος ἑαυτοῦ τὴν θεότητα καὶ εὐαγγελιζομένου πᾶσι τὸν πατέρα οὐδὲν ἧττον ὥσπερ εἰς κέντρα λακτίζοντες ἀντέλεγον ἐκεῖνοι μωρολογοῦντες, ἵνα μόνον κατὰ τὴν θείαν παροιμίαν προφάσεις ἐφευρίσκοντες χωρίσωσιν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῆς ἀληθείας.
Μετάφραση
Ή τα έβλεπαν μεν —διότι εξάπαντος ήταν ανάγκη να τα βλέπουν— αλλά πάλι γόγγυζαν μεταβάλλοντας τη στάση τους: «Γιατί θεραπεύεις τον παραλυτικό το Σάββατο και κάνεις τον εκ γενετής τυφλό να αναβλέψει εκείνη την ημέρα;» Και τούτο πάλι ήταν μια πρόφαση και μόνο γογγυσμός. Διότι, ενώ και τις άλλες ημέρες ο Κύριος θεράπευε κάθε νόσο και κάθε ασθένεια, εκείνοι συνήθως τον κατέκριναν και προτιμούσαν μάλλον να έχουν την υποψία της αθεΐας, αποκαλώντας τον Βεελζεβούλ, παρά να αρνηθούν τη δική τους πονηρία. Αλλά, μολονότι ο Σωτήρας πολυμερώς και πολυτρόπως φανέρωνε έτσι τη θεότητά Του και κήρυττε το ευαγγέλιο του Πατέρα σε όλους, αυτοί παρ' όλα αυτά, λακτίζοντας προς τα κέντρα, αντιλέγανε μωρολογώντας, ώστε μόνο και μόνο για να εφευρίσκουν προφάσεις, σύμφωνα με τη θεία παροιμία, να χωρίσουν τους εαυτούς τους από την αλήθεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες