Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας, καὶ μείζονας οἰκοδομήσω· Καλῶς σὺ ποιῶν, φαίην ἂν ἔγωγε πρὸς αὐτόν. Ἄξια γὰρ καθαιρέσεως τὰ ταμιεῖα τῆς ἀδικίας. Κατάσκαπτε ταῖς ἑαυτοῦ χερσὶν, ἃ κακῶς ᾠκοδόμησας. Λύε τὰ σιτοδοχεῖα, ὅθεν οὐδεὶς ἀπῆλθέ ποτε παραμυθίας τυχών. Ἀφάνισον πάντα οἶκον πλεονεξίας φύλακα, ἀποσκεύασον ὀρόφους, περίελε τοίχους, δεῖξον ἡλίῳ τὸν εὐρωτιῶντα σῖτον, ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὸν δέσμιον πλοῦτον, θριάμβευσον τὰ σκοτεινὰ τοῦ μαμωνᾶ καταγώγια· Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας, καὶ μείζονας οἰκοδομήσω· Ἐὰν δὲ καὶ ταύτας ἐμπλήσῃς, τί ποτε ἆρα διανοηθήσῃ; Ἦ που πάλιν καθαιρήσεις, καὶ πάλιν οἰκοδομήσεις; Καὶ τί τούτων ἀνοητότερον, ἀπέραντα μοχθεῖν, οἰκοδομεῖν μετὰ σπουδῆς, καὶ μετὰ σπουδῆς καθαιρεῖν; Ἔχεις ἀποθήκας, ἐὰν θέλῃς, τὰς κοιλίας τῶν πενήτων. Θησαύρισον σεαυτῷ θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ. Τὰ ἐκεῖ ἀποτιθέμενα οὐ σῆτες καταβόσκονται, οὐ σηπεδὼν ἐπινέμεται, οὐ λῃσταὶ διακλέπτουσιν. Ἀλλὰ τότε μεταδώσω τοῖς δεομένοις ὅταν τὰς δευτέρας ἀποθήκας ἐμπλήσω. Μακροὺς σεαυτῷ τοὺς χρόνους τῆς ζωῆς ἔπηξας. Σκόπει μή σε προλάβῃ ὁ κατὰ προθεσμίαν ἐπείγων. Καὶ γὰρ ἡ ἐπαγγελία οὐ χρηστότητος ἐστιν, ἀλλὰ πονηρίας ἀπόδειξις. Ἐπαγγέλλῃ γὰρ, οὐχ ἵνα δῷς μετὰ ταῦτα, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ παρὸν διακρούσῃ. Ἐπεὶ νῦν τί τὸ κωλύον πρὸς τὴν μετάδοσιν; Οὐ πάρεστιν ὁ ἐνδεής; οὐχὶ πλήρεις αἱ ἀποθῆκαι; οὐχ ὁ μισθὸς ἕτοιμος;
Μετάφραση
«Θα κατεδαφίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες». Πολύ καλά θα κάνεις, θα του έλεγα εγώ. Διότι είναι άξια κατεδαφίσεως τα ταμεία της αδικίας. Γκρέμιζε με τα ίδια σου τα χέρια αυτά που κακώς οικοδόμησες. Διάλυσε τις σιταποθήκες, από τις οποίες κανείς ποτέ δεν έφυγε έχοντας βρει παρηγοριά. Εξαφάνισε κάθε οίκημα που στέκεται φύλακας της πλεονεξίας, αφαίρεσε τις στέγες, γκρέμισε τους τοίχους, δείξε στον ήλιο το μουχλιασμένο σιτάρι, βγάλε από τη φυλακή τον αιχμάλωτο πλούτο, διαπόμπευσε τα σκοτεινά καταγώγια του μαμωνά. «Θα κατεδαφίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες». Εάν όμως γεμίσεις και αυτές, τι άραγε θα σκεφτείς; Μήπως πάλι θα τις κατεδαφίσεις, και πάλι θα οικοδομήσεις; Και τι είναι πιο ανόητο από αυτό, το να μοχθείς ατελείωτα, να οικοδομείς με ζήλο, και με ζήλο να κατεδαφίζεις; Έχεις αποθήκες, εάν θέλεις: τις κοιλιές των φτωχών. Θησαύρισε για τον εαυτό σου θησαυρό στον ουρανό. Αυτά που αποθηκεύονται εκεί, ούτε οι σκόροι τα κατατρώγουν, ούτε η σήψη τα καταστρέφει, ούτε οι ληστές τα κλέβουν. «Αλλά τότε θα δώσω σε όσους έχουν ανάγκη, όταν γεμίσω τις δεύτερες αποθήκες». Μακρύ χρόνο ζωής υπολόγισες για τον εαυτό σου. Πρόσεξε μήπως σε προλάβει εκείνος που επισπεύδει την ορισμένη προθεσμία του θανάτου. Διότι και αυτή η υπόσχεση δεν αποτελεί απόδειξη καλοσύνης, αλλά πονηριάς. Επειδή υπόσχεσαι, όχι για να δώσεις αργότερα, αλλά για να αποφύγεις να δώσεις τώρα. Διότι τώρα τι είναι αυτό που σε εμποδίζει να προσφέρεις; Δεν είναι παρών ο φτωχός; Δεν είναι γεμάτες οι αποθήκες; Δεν είναι έτοιμος ο μισθός;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες