αʹ. Ὅταν προσεύχησθε, φησὶν ὁ Χριστὸς, μὴ γίνεσθε ὡς οἱ ὑποκριταὶ, ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὑτῶν. Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὰς θύρας, πρόσευξαι τῷ Πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ αὐτὸς ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Τί οὖν ὁ Παῦλός φησι, Βούλομαι προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ; Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστιν ἐναντίον ἐκείνοις τοῦτο, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ καὶ σφόδρα συνᾷδον.
Μετάφραση
αʹ. Όταν προσεύχεσθε, λέγει ο Χριστός, μη γίνεσθε σαν τους υποκριτές, διότι αγαπούν να προσεύχονται στεκόμενοι στις συναγωγές και στις γωνίες των πλατειών, για να φανούν στους ανθρώπους. Αμήν σας λέγω, ότι έχουν ήδη λάβει τον μισθό τους. Εσύ όμως, όταν προσεύχεσαι, είσελθε στο ιδιαίτερο δωμάτιό σου και, αφού κλείσεις τις θύρες, προσευχήσου στον Πατέρα σου που βρίσκεται στο κρυφό, και Εκείνος θα σου ανταποδώσει στα φανερά. Τι λέγει λοιπόν ο Παύλος; «Θέλω να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο, υψώνοντας όσια χέρια χωρίς οργή και δισταγμό»; Αλλά αυτό δεν είναι αντίθετο προς εκείνα, μη γένοιτο, αλλά απεναντίας συμφωνεί απόλυτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες