Τέως μὲν οὖν ἄχρι τούτου φθάσαντες ἔστησαν καὶ καθῃρέθησαν οἱ προειρημένοι. ἀλλ᾽ οὐδὲ οὕτως εὖ οἶδα ὅτι στήσονται, ὅσοι καὶ νῦν ὑπεκρίναντο, ἀεὶ δὲ συστάσεις ποιήσουσι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἕως ἂν εἰς ἑαυτοὺς ἐλθόντες εἴπωσι καὶ οὗτοι· ‘ἀναστάντες πορευσώμεθα πρὸς τοὺς πατέρας ἑαυτῶν καὶ ἐροῦμεν αὐτοῖς· ἀναθεματίζομεν μὲν τὴν ἀρειανὴν αἵρεσιν, ἐπιγινώσκομεν δὲ τὴν ἐν Νικαίᾳ σύνοδον’. πρὸς ταύτην γὰρ ἔχουσι τὴν ἔριν. τίς οὖν ἔτι κἂν ὀλίγην αἴσθησιν ἔχων ἀνέξεται τούτων; τίς βλέπων καθ᾽ ἑκάστην σύνοδον τὰ μὲν ἀφαιρούμενα, τὰ δὲ προστιθέμενα οὐ συνορᾷ τούτους ὕποπτον καὶ ὕπουλον ἔχοντας κατὰ Χριστοῦ τὴν διάνοιαν; τίς ὁρῶν αὐτοὺς διὰ μακρῶν ἐκτείνοντας ἑαυτῶν τήν τε τῆς πίστεως σύνθεσιν καὶ τὴν ἀπολογίαν περὶ ὧν ἐγκαλοῦνται οὐχ ὁρᾷ τούτους καταγινώσκοντας ἑαυτῶν καὶ πολλὰ γράφοντας ἐπίτηδες, ἵνα δόξωσι διὰ τῆς ἀκαίρου φιλοτιμίας καὶ τῆς τοσαύτης πολυλογίας ὑφαρπάζειν τοὺς ἀκεραίους καὶ λανθάνειν οἷοι τὴν αἵρεσιν τυγχάνουσιν ὄντες; ἀλλ᾽ ὥσπερ οἱ ἐθνικοί, ὡς εἶπεν ὁ κύριος, βαττολογοῦντες ἐν ταῖς εὐχαῖς οὐδὲν ὠφελοῦσιν, οὕτως οὗτοι τοσαῦτα καταντλήσαντες οὐκ ἠδυνήθησαν σβέσαι τὴν κατὰ τῆς ἀρειανῆς αἱρέσεως κρίσιν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐλεγχθέντες καθῃρέθησαν, καὶ εἰκότως γε. ποίαν γὰρ αὐτῶν ὁ ἀκούων ἀποδέξεται συγγραφήν; ἢ ποῖα θαρρήσαντες αὐτοὶ κατηχήσουσι τοὺς ἐρχομένους πρὸς αὐτούς;
Μετάφραση
Προς το παρόν λοιπόν, φτάνοντας μέχρι αυτό το σημείο, σταμάτησαν και καθαιρέθηκαν οι προαναφερθέντες. Αλλά γνωρίζω καλά ότι ούτε έτσι πρόκειται να σταματήσουν, όσοι και τώρα υποκρίθηκαν, παρά πάντοτε θα συγκροτούν παρατάξεις κατά της αλήθειας, έως ότου, ερχόμενοι εις εαυτούς, πουν και αυτοί: «Ας σηκωθούμε να πορευτούμε προς τους πατέρες μας και θα τους πούμε: αναθεματίζουμε την αρειανική αίρεση και αναγνωρίζουμε τη Σύνοδο της Νικαίας». Διότι εναντίον αυτής έχουν την αντιδικία τους. Ποιος λοιπόν πλέον, που διαθέτει έστω και ελάχιστη σύνεση, θα τους ανεχθεί; Ποιος, βλέποντας σε κάθε σύνοδο άλλα μεν να αφαιρούνται, άλλα δε να προστίθενται, δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτοί τρέφουν ύποπτο και ύπουλο φρόνημα κατά του Χριστού; Ποιος, βλέποντάς τους να εκτείνουν μακροσκελώς τόσο τη διατύπωση της πίστεώς τους όσο και την απολογία τους για όσα κατηγορούνται, δεν βλέπει ότι οι ίδιοι καταδικάζουν τον εαυτό τους και γράφουν πολλά επίτηδες, ώστε, μέσω της άκαιρης επίδειξης και της τόσης πολυλογίας, να δώσουν την εντύπωση ότι παραπλανούν τους αθώους και αποκρύπτουν τι λογής αιρετικοί τυγχάνουν να είναι; Αλλά, όπως ακριβώς οι εθνικοί, όπως είπε ο Κύριος, βαττολογώντας στις προσευχές τους δεν ωφελούνται σε τίποτα, έτσι και αυτοί, έχοντας ξεστομίσει τόσα πολλά, δεν μπόρεσαν να ακυρώσουν την καταδικαστική απόφαση κατά της αρειανικής αιρέσεως, αλλά απεναντίας, αφού ελέγχθηκαν, καθαιρέθηκαν, και δικαίως μάλιστα. Διότι ποιο από τα συγγράμματά τους θα αποδεχθεί αυτός που τα ακούει; Ή με ποια πεποίθηση θα κατηχήσουν οι ίδιοι όσους προσέρχονται σε αυτούς;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες