Ὁ δέ—οὔπω γὰρ ἦν αὐτῷ δι’ ἐγκάτων βαθύνας ὁ τῆς ἀποστασίας ἰός—μὴ ἐξεῖναι φήσας τὴν τῶν λαϊκῶν πληροῦντι τάξιν ἀνέδην οὕτως τὴν τῶν φρικτῶν λογίων ποιεῖσθαι ἀνάγνωσιν, ἀνεῖσθαι γὰρ τοῖς ἱερεῦσιν τὸ ἔργον, ἀκούει παρὰ τῆς μαινάδος ὡς μάτην αὐτῷ ἡ τοσαύτη περὶ ταῦτα τιμᾶται εὐλάβεια· 104. μὴ γὰρ εἶναι προσωποληψίαν παρὰ τῷ θεῷ· πάντας γὰρ αὐτὸν βούλεσθαι σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. «Ἀλλὰ τόγε διακεῖσθαι εὐλαβῶς ὑμᾶς περὶ τὰ κυριακὰ λόγια οὐ τιμῆς ἐκείνων ἐστὶν πρόνοια, μηχανὴ δὲ καὶ σόφισμα τῶν λεγομένων ὑμῶν ἱερέων, οἳ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καπηλεύειν ἐθέλοντες καὶ τῶν ἐν εὐαγγελίοις μυστηρίων ἀμετόχους εἶναι σπουδάζοντες, διὰ τοῦτο μὴ παραπλησίους ὑμᾶς ἐκείνοις ἀναγινώσκειν ταῦτα ἀπείργουσιν· ἐπεὶ καὶ ὅσα ὑμῖν εἰς ὑπήκοον ἀναγινώσκουσιν, περικόπτοντες τοῦ ὅλου σώματος καὶ ἀποσπαράσσοντες, οὕτως ὑμᾶς ἀκροατὰς τῶν λεγομένων παραλαμβάνουσιν.» 105. Οὕτως μὲν τὴν πρώτην πεῖραν ἡ μαχλὰς καὶ μαινὰς τῷ πεσεῖν ἑτοίμῳ προσῆγεν, ὑπορύττουσά τε τὸν νοῦν τοῦ ἀθλίου καὶ διαμοχλεύουσα, ἐφεξῆς δὲ προσηρώτα· «Τί δὴ βούλεται δηλοῦν τὸ κυριακὸν λόγιον ἐκεῖνο τὸ λέγον ‘Πολλοὶ ἐροῦσίν μοι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ λέγοντες· κύριε, κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;
Μετάφραση
Εκείνος δε –διότι δεν είχε ακόμη εισχωρήσει βαθιά στα σπλάχνα του το δηλητήριο της αποστασίας– απάντησε ότι δεν επιτρέπεται σε κάποιον που ανήκει στην τάξη των λαϊκών να κάνει τόσο ανεξέλεγκτα την ανάγνωση των φρικτών λογίων, διότι το έργο αυτό έχει αφεθεί στους ιερείς, και ακούει από τη μαινάδα ότι μάταια επιδεικνύει τόση ευλάβεια για αυτά. 104. Διότι δεν υπάρχει προσωποληψία στον Θεό· επειδή Αυτός θέλει να σωθούν όλοι και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας. «Αλλά το να διάκεισθε εσείς με ευλάβεια προς τα κυριακά λόγια δεν αποτελεί μέριμνα για την τιμή τους, αλλά μηχανήρραμα και σόφισμα των λεγόμενων ιερέων σας, οι οποίοι, θέλοντας να καπηλεύονται τον λόγο του Θεού και επιδιώκοντας να σας κρατούν αμέτοχους από τα μυστήρια των ευαγγελίων, γι' αυτόν τον λόγο σας εμποδίζουν να τα διαβάζετε, ώστε να μην γίνετε όμοιοι με εκείνους· επειδή ακόμη και όσα σας διαβάζουν εις επήκοον, τα περικόπτουν από το όλο σώμα και τα αποσπούν, και με αυτόν τον τρόπο σας καθιστούν ακροατές των όσων λέγονται». 105. Έτσι λοιπόν, την πρώτη δοκιμή προσέφερε η ακόλαστη και μαινάδα σε αυτόν που ήταν έτοιμος να πέσει, υποσκάπτοντας και ανατρέποντας τον νου του άθλιου, και στη συνέχεια τον ρώτησε: «Τι άραγε θέλει να δηλώσει εκείνο το κυριακό λόγιο που λέει: 'Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: Κύριε, Κύριε, δεν προφητεύσαμε στο όνομά σου, και στο όνομά σου δεν βγάλαμε δαιμόνια, και στο όνομά σου δεν κάναμε πολλά θαύματα;'»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες