Τίς δ’ ἂν σωφρονῶν τοιοῦτον φρονήσειεν, ὡς ὑποκείμενος εὐθύναις καὶ ταύταις ἐν δικαστηρίῳ Θεοῦ περιττὸν οἴεσθαι συγγνώμην καὶ ἀχρεῖον τὸν ἔλεον; Εἰ δὲ καὶ πρὸς τὸ ἀκρότατον δικαιοσύνης καὶ ἀκριβείας ἦσαν ἐληλακότες, πατήσαντες δὲ ἀληθῶς κατὰ τὸ γεγραμμένον ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, νικηταὶ δὲ καὶ στεφανῖται κατὰ τῆς ἁμαρτίας ἀνηγορεύθησαν, οὐδ’ οὕτως ἐχρῆν πρὸς τὴν οἰκείαν ἀνδρείαν καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων κανονίζειν τὸν βίον, ἀλλὰ τῆς μὲν ἰδίας εὐδοκιμήσεως τῷ δεδώκοτι Θεῷ τὴν χάριν ὁμολογεῖν, ὅτι καὶ φύσιν ἡγεμονικῶς ἡνιόχησαν καὶ πειρασμῶν σατανικῶν οὐκ ἐγένοντο χείρους, τοῖς δὲ ἀσθενήσασιν ὀρέγειν φιλαδελφίας δεξίαν καὶ ἀνεγείρειν ἐκ τοῦ πηλοῦ καὶ καθαίρειν ἐκ τῶν μολυσμάτων. Διπλοῦν γὰρ ἂν οὕτως τὸν ἔπαινον ἤραντο τῆς τε ἰδίας ἀνδραγαθίας ὁμοῦ καὶ τῆς φιλαδέλφου καὶ χρηστῆς συμπαθείας τὰ γέρα λαμβάνοντες. Νυνὶ δὲ ἄνθρωποί τε ὄντες τῶν χαμαὶ ἐρχομένων καὶ ζῶντες βίον οὐ τὸν ἀγγελικὸν καὶ ἐγγὺς τῶν ἀσωμάτων, ἀλλὰ τοιοῦτον οἷον ἄν τις καὶ ὑπ’ εὐθύνας ἀγάγοι καὶ σκώψειεν, δικάζουσιν αὐστηρῶς καὶ μετὰ πολλῆς τῆς αὐθεντίας τὴν κατακρίνουσαν φέρουσι ψῆφον, ὡς ἐμὲ πολλάκις ὑπὸ τοῦ τύφου καὶ τῆς ἀλαζονείας ἀποπνιγόμενον εἰπεῖν ἐπ’ αὐτοῖς τὰς εὐαγγελικὰς ῥήσεις, ὅτι τὰς δοκοὺς ἐν τοῖς ἰδίοις ὀφθαλμοῖς μὴ βλέποντες τῶν ἀλλοτρίων ὄψεων ἀποφυσᾶτε τὰ κάρφη.
Μετάφραση
Ποιος σώφρων άνθρωπος θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο, ώστε, ενώ είναι και ο ίδιος υπόλογος στο δικαστήριο του Θεού, να θεωρεί περιττή τη συγγνώμη και άχρηστο το έλεος; Αλλά ακόμη κι αν είχαν φτάσει στο ακρότατο όριο της δικαιοσύνης και της ακρίβειας, και είχαν αληθινά πατήσει, σύμφωνα με τις Γραφές, πάνω σε φίδια και σκορπιούς, και είχαν ανακηρυχθεί νικητές και στεφανωμένοι κατά της αμαρτίας, ούτε και έτσι θα έπρεπε να κανονίζουν τη ζωή όλων των άλλων με μέτρο τη δική τους ανδρεία, αλλά για μεν τη δική τους προκοπή να ομολογούν ευγνωμοσύνη στον Θεό που τους έδωσε τη χάρη, επειδή κυβέρνησαν ηγεμονικά τη φύση τους και δεν νικήθηκαν από τους σατανικούς πειρασμούς, στους δε ασθενέστερους να απλώνουν χείρα φιλαδελφίας και να τους ανασηκώνουν από τον βούρκο και να τους καθαρίζουν από τους μολυσμούς. Διότι έτσι θα αποκόμιζαν διπλό τον έπαινο, λαμβάνοντας ταυτόχρονα τα βραβεία και για τη δική τους ανδραγαθία και για τη φιλάδελφη και χρηστή συμπάθεια. Τώρα όμως, παρότι είναι κοινοί θνητοί που περπατούν στη γη και ζουν βίο όχι αγγελικό και παρόμοιο με των ασωμάτων, αλλά τέτοιον που θα μπορούσε κανείς και να καταλογίσει ευθύνες και να περιπαίξει, δικάζουν αυστηρά και με πολλή αυθεντία βγάζουν καταδικαστική απόφαση, ώστε εγώ πολλές φορές, πνιγόμενος από την έπαρση και την αλαζονεία τους, να αναφέρω σε αυτούς τα ευαγγελικά λόγια, ότι, μη βλέποντας τα δοκάρια στα δικά σας μάτια, προσπαθείτε φυσώντας να βγάλετε τα σκουπιδάκια από τα μάτια των άλλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες