Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, σῶσόν με. Νομιζόμενον ἁπλοῦν εἶναι καὶ ὑπὸ τοῦ τυχόντος ὑγιῶς ἀναφέρεσθαι δύνασθαι τὸ, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, σῶσόν με, τάχα οὐ τοιοῦτόν ἐστιν. Ὁ γὰρ ἐπ᾽ ἄνθρωπον ἐλπίζων, ἢ ἐπ᾽ ἄλλο τι τῶν κατὰ τὸν βίον μετεωριζόμενος, οἷον ἐπὶ δυναστείαν, ἢ χρήματα, ἤ τι τῶν παρὰ τοῖς πολλοῖς νομιζομένων εἶναι λαμπρῶν, οὐ δύναται εἰπεῖν· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα. Παράγγελμα γάρ ἐστι, μὴ ἐλπίζειν ἐπ᾽ ἄρχοντας· καὶ, Ἐπικατάρατος ἄνθρωπος, ὃς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ᾽ ἄνθρωπον. Ὥσπερ οὐδὲ σέβειν ἄλλο τι παρὰ τὸν Θεὸν προσῆκεν, οὕτως οὐδὲ ἐπὶ ἄλλον ἐλπίζειν ἢ ἐπὶ τὸν Θεὸν τῶν πάντων Κύριον. Ἐλπὶς γάρ μου, φησὶ, καὶ ὕμνησίς μου ὁ Κύριος. Πῶς δὲ πρῶτον σωθῆναι εὔχετοι ἐκ τῶν διωκόντων, εἶτα ῥυσθῆναι; Ἡ διαστολὴ σαφῆ ποιήσει τὸν λόγον. Σῶσον γάρ με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με, καὶ ῥῦσαί με, μή ποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου. Τίς οὖν ἡ διαφορὰ τοῦ σώζεσθαι καὶ τοῦ ῥύεσθαι; Ὅτι τῆς σωτηρίας μὲν κυρίως οἱ ἀσθενοῦντες χρῄζουσι, τοῦ ῥυσθῆναι δὲ οἱ ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ κατεχόμενοι. Διὰ τοῦτο ὁ μὲν ἐν ἑαυτῷ ἔχων τὴν ἀσθένειαν, ἐν ἑαυτῷ δὲ λαβὼν τὴν πίστιν, ὑπὸ τῆς οἰκείας πίστεως οἰκονομεῖται πρὸς τὸ σωθῆναι. Ἡ πίστις γάρ σου, φησὶ, σέσωκέ σε· καὶ, Γενηθήτω σοι ὡς ἐπίστευσας. Ὁ δὲ ὀφείλων ῥυσθῆναι τιμὴν ἔξωθεν ὑπὲρ αὐτοῦ κατατεθῆναι ὀφείλουσαν ἀναμένει.
Μετάφραση
«Κύριε, Θεέ μου, σε σένα ήλπισα, σώσε με». Το να θεωρείται το ρητό «Κύριε, Θεέ μου, σε σένα ήλπισα, σώσε με» ως κάτι απλό και ικανό να εκφέρεται ορθώς από τον οποιονδήποτε, μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Διότι αυτός που ελπίζει σε άνθρωπο, ή αναπτερώνεται από κάτι άλλο σχετικό με τα βιωτικά πράγματα, όπως είναι η εξουσία, τα χρήματα, ή οτιδήποτε από εκείνα που θεωρούνται λαμπρά από τους πολλούς, δεν μπορεί να πει: «Κύριε, Θεέ μου, σε σένα ήλπισα». Διότι υπάρχει η παραγγελία να μην ελπίζουμε σε άρχοντες· καθώς και το: «Επικατάρατος ο άνθρωπος, που στηρίζει την ελπίδα του σε άνθρωπο». Όπως ακριβώς δεν αρμόζει να λατρεύουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο τον Θεό, έτσι δεν πρέπει να ελπίζουμε σε άλλον παρά μόνο στον Θεό, τον Κύριο των πάντων. Διότι λέγει: «Ο Κύριος είναι η ελπίδα μου και ο ύμνος μου». Πώς όμως εύχεται πρώτα να σωθεί από εκείνους που τον καταδιώκουν, και έπειτα να λυτρωθεί; Η διάκριση των εννοιών θα κάνει σαφές το νόημα του λόγου. Διότι λέγει: «Σώσε με από όλους αυτούς που με καταδιώκουν, και λύτρωσέ με, μήπως και αρπάξει την ψυχή μου σαν λιοντάρι». Ποια είναι λοιπόν η διαφορά ανάμεσα στο να σώζεται κανείς και στο να λυτρώνεται; Ότι τη μεν σωτηρία την έχουν ανάγκη κυρίως οι ασθενείς, ενώ τη λύτρωση εκείνοι που κρατούνται στην αιχμαλωσία. Γι' αυτό, εκείνος που φέρει μέσα του την ασθένεια, αποκτώντας μέσα του την πίστη, μέσω της προσωπικής του πίστης οικονομείται προς τη σωτηρία. Διότι λέγει: «Η πίστη σου σε έσωσε»· και: «Ας γίνει σε σένα όπως πίστεψες». Αντιθέτως, εκείνος που έχει ανάγκη να λυτρωθεί, περιμένει να καταβληθεί εξωτερικά για χάρη του το οφειλόμενο τίμημα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες