οὐκοῦν εἴ τῳ καλὸν καὶ ἀξιέραστον εἶναι δοκεῖ τὸ τῆς θείας φύσεως μεταλαχεῖν, ἐνδιαιτώμενόν τε καὶ ἐνοικοῦντα τοῖς τῆς καρδίας ταμιείοις τὸν τῶν ὅλων ἔχειν Πατέρα καὶ Θεὸν δι᾽ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι, διανιζέτω τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, καὶ τὴν ἐκ τῆς φαυλότητος, δι᾽ ὧν ἂν δύναιτο τρόπων, μᾶλλον δὲ διὰ πάσης ἀγαθουργίας ἀποτριβέτω κηλῖδα. χρηματιεῖ γὰρ τότε ναὸς ὄντως Θεοῦ· ἀναπαύσεται δὲ ἐν αὐτῷ καὶ καταλύσει, κατὰ τὸ γεγραμμένον. οὐ γὰρ ἔσται κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν ἐν τοῖς εὐαγγελίοις νομικὸν ὠνομασμένον, ὃς τὴν παρὰ τοῦ Σωτῆρος οὐ περιμείνας χάριν, αὐτόκλητος εἶναι πρὸς ἀκολούθησιν ἔφη, καὶ τὴν οὕτως ἀξιάγαστον ἁρπάζων τιμήν φησι “Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ·” ἀλλὰ τί πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς ἐν παραβολῇ καὶ αἰνίγματι; “Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ ”οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει “ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.” ἀλώπεκας δὲ καὶ οὐρανοῦ πετεινὰ, τοὺς πανούργους καὶ ἀκαθάρτους ὠνόμασε δαίμονας, καὶ τὰ ἐγκόσμια ταυτὶ καὶ ἀέρια πνεύματα, ἃ ταῖς τῶν φιληδόνων καρδίαις ἐμφιλοχωρεῖ τε καὶ ἐναυλίζεται, τὴν τῶν ἰδίων θελημάτων ἔχοντα πλήρωσιν, στενοχωροῦντά τε οὕτω τὰς ἀθλίας τῶν δεχομένων ψυχὰς, ὡς τόπον οὐδένα παντελῶς ἀναπαύσεως ἐν αὐταῖς εὑρίσκειν τὸν Θεόν· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ κλῖναι τὴν κεφαλήν.
Μετάφραση
Επομένως, αν σε κάποιον φαίνεται καλό και αξιέραστο να μετέχει της θείας φύσεως, και να έχει τον Πατέρα και Θεό των όλων να διαμένει και να ενοικεί στα ταμεία της καρδιάς διά του Υιού εν Πνεύματι, ας καθαρίσει την ψυχή του, και ας αποβάλλει την κηλίδα της φαυλότητας με όποιους τρόπους μπορεί, ή μάλλον διά μέσου κάθε αγαθοεργίας. Διότι τότε θα ονομαστεί όντως ναός του Θεού· και Εκείνος θα αναπαυθεί και θα καταλύσει σε αυτόν, σύμφωνα με το γεγραμμένο. Διότι δεν θα είναι σαν εκείνον τον νομικό που αναφέρεται στα ευαγγέλια, ο οποίος, μην περιμένοντας τη χάρη από τον Σωτήρα, αυτοκλήτως είπε ότι θα τον ακολουθήσει, και αρπάζοντας την τόσο αξιοθαύμαστη τιμή λέει: «Διδάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας»· αλλά τι του απάντησε ο Κύριος, σαν σε παραβολή και αίνιγμα; «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές, και τα πετεινά του ουρανού καταλύματα, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να κλίνει την κεφαλή». Αλεπούδες δε και πετεινά του ουρανού ονόμασε τους πανούργους και ακάθαρτους δαίμονες, και αυτά τα εγκόσμια και εναέρια πνεύματα, τα οποία εμφιλοχωρούν και σταυλίζονται στις καρδιές των φιλήδονων, πετυχαίνοντας την εκπλήρωση των δικών τους θελημάτων, και στενοχωρώντας έτσι τις άθλιες ψυχές εκείνων που τα δέχονται, ώστε ο Θεός να μην βρίσκει εντελώς κανέναν τόπο αναπαύσεως μέσα σε αυτές· διότι αυτό σημαίνει το να κλίνει την κεφαλή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες