Καὶ μετ᾽ ὀλίγα, τὴν τοῦ ἰὼβ ὑπὲρ τῶν τέκνων παραθέμενος θυσίαν, φησὶ γὰρ ὅτι “Ἀπέστελλεν ἰὼβ καὶ ἐκαθάριζεν ”αὐτοὺς ἀνιστάμενος τῷ πρωῒ καὶ προσφέρων ὑπὲρ αὐτῶν “θυσίας κατὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν,” καὶ ἐπιφέρει λέγων Οὐκοῦν οὐκ ἀπόβλητον παρὰ Θεῷ τὸ θύειν ὑπὲρ ἑτέρων, οὐδὲ δρᾶν ἐφίησιν ἀνεγκλήτως· ἐπαινεῖ γοῦν, ὡς οὐχ ὑπάρχον ἀνωφελές. εἶτα πάλιν τὴν ἐν τῷ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγελίῳ περὶ τοῦ παραλύτου καὶ τῶν χαλασάντων αὐτὸν διὰ τῶν κεράμων ἐξηγησάμενος ἱστορίαν τε καὶ θαυματουργίαν ἐπιφέρει καί φησιν Οὐκ ἀθαύμαστον ἠφίει ὁ Χριστὸς τῶν προσκομισάντων τὴν πίστιν. ὁ δὲ τῶν πόνων ἐπλούτει τὴν λύσιν, καὶ τὸ ἑτερογνήσιον εἰς φιλοθεΐαν εὐμενῆ καὶ φίλον αὐτῷ κατεστήσατο τὸν ἐλευθεροῦντα Χριστὸν πλημμελημάτων τε ὁμοῦ καὶ ἀῤῥωστημάτων. Καὶ αὖθις περὶ τοῦ ἑκατοντάρχου μνημονεύσας τοῦ ἐν τῷ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίῳ λέγοντος “Κύριε ὁ παῖς μου βέβληται παραλυτικὸς ἐν ”τῇ οἰκίᾳ δεινῶς βασανιζόμενος· καὶ λέγει αὐτῷ Ἐγὼ ἐλθὼν “θεραπεύσω αὐτὸν, καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη Κύριε ”οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσελθῇς· ἀλλ᾽ “εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. ἀκούσας δὲ, φησὶν, ”Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν Ἀμὴν λέγω “ὑμῖν, παρ᾽ οὐδενὶ τοσαύτην πίστιν εὗρον ἐν τῷ Ἰσραήλ.” εἶτα πρὸς αὐτόν “Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. ”καὶ ἰάθη ὁ παῖς ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.”
Μετάφραση
Και λίγο πιο κάτω, παραθέτοντας τη θυσία του Ιώβ υπέρ των παιδιών του, λέει ότι: «Ο Ιώβ έστελνε και τους καθάριζε, σηκωνόταν νωρίς το πρωί και πρόσφερε για αυτούς θυσίες ανάλογα με τον αριθμό τους», και προσθέτει λέγοντας: Επομένως δεν είναι απορριπτέα από τον Θεό η θυσία υπέρ των άλλων, ούτε επιτρέπει να γίνεται αυτό ανεπίληπτα· τουναντίον το επαινεί, ως κάτι που δεν είναι ανωφελές. Έπειτα πάλι, αφού εξήγησε την ιστορία και το θαύμα στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο σχετικά με τον παραλυτικό και εκείνους που τον κατέβασαν μέσα από τα κεραμίδια, προσθέτει και λέει: Ο Χριστός δεν άφησε χωρίς θαυμασμό την πίστη εκείνων που τον μετέφεραν. Εκείνος δε κέρδισε πλούσια την απαλλαγή από τους πόνους του, και η προερχόμενη από άλλους φιλοθεΐα κατέστησε ευμενή και φίλο του τον Χριστό, ο οποίος τον ελευθέρωσε ταυτόχρονα και από τα αμαρτήματα και από τις ασθένειες. Και πάλι, κάνοντας μνεία για τον εκατόνταρχο που στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο λέει: «Κύριε, ο υπηρέτης μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι παράλυτος, και βασανίζεται δεινά»· και του λέει: «Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω», και αποκρινόμενος ο εκατόνταρχος είπε: «Κύριε, δεν είμαι ικανός να εισέλθεις κάτω από τη στέγη μου· αλλά πες μόνο έναν λόγο, και θα ιαθεί ο υπηρέτης μου». Ακούγοντάς το αυτό ο Ιησούς, αναφέρει, θαύμασε και είπε σε αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Αλήθεια σας λέω, σε κανέναν δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη μέσα στον Ισραήλ». Έπειτα λέει προς αυτόν: «Πήγαινε, και ας γίνει σε εσένα όπως πίστεψες». Και ιάθηκε ο υπηρέτης εκείνη την ώρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες