Θάρσει δέ, λέγει αὐτῇ, διότι ἐφοβήθη ὡς κλέψασα τὴν δωρεάν, καὶ θυγατέρα δὲ καλεῖ, ὡς πιστήν. Δείκνυσι δὲ ὅτι, ἐὰν μὴ πίστιν προσήγαγεν, οὐκ ἂν ἔλαβε τὴν χάριν, κἂν τὰ ἱμάτια ἅγια ἦσαν. Λέγουσι δὲ ὡς ἀνδριάντα αὕτη τοῦ Σωτῆρος εἰργάσατο, οὗ παρὰ τοὺς πόδας ἐφύετο βοτάνη ταῖς αἱμοῤῥοούσαις βοηθοῦσα, ὃν ἐν τοῖς Ἰουλιανοῦ χρόνοις οἱ ἀσεβεῖς συνέτριψαν. «Καὶ ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἰδὼν τοὺς αὐλητάς, καὶ τὸν ὄχλον θορυβούμενον, λέγει αὐτοῖς· Ἀναχωρεῖτε, οὐ γὰρ ἀπέθανε τὸ κοράσιον, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ.» Ἐπειδὴ ἄγαμος ἦν, μετὰ τῶν γαμικῶν αὐλῶν αὐτὴν ἐθρήνουν, παρὰ τὸν νόμον τοῦτο ποιοῦντες· καθεύδειν δὲ λέγει αὐτήν, διότι παρ’ αὐτῷ ὁ θάνατος ὕπνος ἦν, δυναμένῳ εὐκόλως ἀναστῆσαι. Εἰ δὲ καταγελῶσιν αὐτοῦ, μὴ θαυμάσῃς· μαρτυροῦσι γὰρ μᾶλλον τῷ θαύματι, ὡς νεκρὰν τῷ ὄντι ἀναστήσαντος· ἵνα γὰρ μήτις λέγῃ ὅτι κάτοχος ἐγένετο, διὰ τοῦτο ὡμολογήθη παρὰ πάντων ἀποθανεῖν. «Ὅτε δὲ ἐξεβλήθη ὁ ὄχλος, εἰσελθὼν ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἠγέρθη τὸ κοράσιον, καὶ ἐξῆλθεν ἡ φήμη αὕτη εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην.» Ἔνθα ὄχλος καὶ περισπασμός, οὐ θαυματουργεῖ ὁ Ἰησοῦς.
Μετάφραση
«Έχε θάρρος λοιπόν», της λέει, διότι φοβήθηκε ότι έκλεψε τη δωρεά, και την αποκαλεί θυγατέρα, επειδή ήταν πιστή. Αποδεικνύει δε ότι, εάν δεν προσέφερε πίστη, δεν θα είχε λάβει τη χάρη, ακόμη και αν τα ιμάτια ήταν άγια. Λέγεται μάλιστα ότι αυτή κατασκεύασε έναν ανδριάντα του Σωτήρος, στα πόδια του οποίου φύτρωνε ένα βότανο που βοηθούσε τις αιμορροούσες, τον οποίο στα χρόνια του Ιουλιανού οι ασεβείς συνέτριψαν. «Και όταν ήλθε ο Ιησούς στην οικία του άρχοντα και είδε τους αυλητές και το πλήθος να θορυβεί, τους λέει: Αποχωρήστε, διότι δεν πέθανε το κορίτσι, αλλά κοιμάται. Και τον περιγελούσαν.» Επειδή ήταν άγαμη, την θρηνούσαν με τους γαμήλιους αυλούς, πράττοντας τούτο παρά τον νόμο. Λέει δε ότι κοιμάται, διότι για Εκείνον ο θάνατος ήταν ύπνος, εφόσον μπορούσε εύκολα να την αναστήσει. Εάν δε τον περιγελούν, μην απορείς, διότι μάλλον μαρτυρούν υπέρ του θαύματος, ότι δηλαδή πράγματι ανέστησε μια νεκρή. Για να μην πει κανείς ότι υπέστη κάποιον λήθαργο, γι' αυτό ομολογήθηκε από όλους ότι είχε πεθάνει. «Όταν δε απομακρύνθηκε το πλήθος, εισήλθε, κράτησε το χέρι της, και σηκώθηκε το κορίτσι, και διαδόθηκε η φήμη αυτή σε όλη εκείνη τη γη.» Όπου υπάρχει πλήθος και περισπασμός, ο Ιησούς δεν θαυματουργεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες