Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς, εἶπεν [τοῖς ἀκολουθοῦσιν]· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Καὶ εἶπεν τῷ σοι.» «Ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου, εἶδε τὴν πενθερὰν αὐτοῦ πυρέσσουσαν· καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετός.» «Παράγοντι τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαβίδ. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε, ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; Λέγουσιν αὐτῷ· Ναὶ, Κύριε. Τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων, ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου, ἐλάλησεν ὁ κωφός.» «Μεταβὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν, ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν. Καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἦν τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν. Τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου, καὶ ἐξέτεινεν, καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.» «Προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας.
Μετάφραση
Ακούγοντας δε ο Ιησούς, είπε [σε αυτούς που τον ακολουθούσαν]: Αλήθεια σας λέγω, ούτε μέσα στον Ισραήλ δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη. Και είπε στον... σε σένα.» «Όταν ήλθε ο Ιησούς στην οικία του Πέτρου, είδε την πενθερά του να έχει πυρετό· και άγγιξε το χέρι της, και την άφησε ο πυρετός.» «Καθώς περνούσε από εκεί ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί φωνάζοντας και λέγοντας: Ελέησέ μας, Κύριε, υιέ του Δαβίδ. Τους λέει ο Ιησούς: Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό; Του λέγουν: Ναι, Κύριε. Τότε άγγιξε τους οφθαλμούς τους λέγοντας: Σύμφωνα με την πίστη σας ας γίνει σε εσάς. Και ανοίχτηκαν οι οφθαλμοί τους. Καθώς δε αυτοί εξέρχονταν, ιδού, του έφεραν έναν άνθρωπο κωφό δαιμονιζόμενο· και αφού εκδιώχθηκε το δαιμόνιο, μίλησε ο κωφός.» «Αναχωρώντας από εκεί ο Ιησούς, ήλθε στη συναγωγή τους. Και ιδού, υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε το χέρι του παράλυτο (ξηρό). Τότε λέει στον άνθρωπο: Έκτεινε το χέρι σου· και το εξέτεινε, και αποκαταστάθηκε υγιές όπως το άλλο.» «Του έφεραν όλους τους ασθενείς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες