Ἰσραηλῖται νέοι, Μωϋσῆν ζητοῦντες νέον, καὶ ῥάβδον θαυμασίων ποιητικὴν, ἵνα πάλιν πέτραι πληγεῖσαι τὴν χρείαν τοῦ διψῶντος λαοῦ θεραπεύσωσι, νεφέλαι δὲ παράδοξοι τροφὴν ἀσυνήθη τὸ μάννα τοῖς ἀνθρώποις καταψεκάσωσιν. Εὐλαβηθῶμεν μὴ γενώμεθα τοῖς ὀψιγόνοις καινὸν ἐπὶ λιμοῦ καὶ τιμωρίας διήγημα. Εἶδον τὰς ἀρούρας, καὶ πολλὰ κατεδάκρυσα τῆς ἀκαρπίας αὐτῶν· καὶ ἐξέχεα θρῆνον, ἐπειδὴ μὴ ὑετὸς ἐφ᾽ ἡμᾶς ἐξεχύθη. Τὰ μὲν τῶν σπερμάτων πρὸ τῆς ἐκβολῆς ἐξηράνθη, ταῖς βώλοις τοιαῦτα μείναντα οἷα τὸ ἄροτρον ἔκρυψε· τὰ δὲ μικρὸν προκύψαντα καὶ βλαστήσαντα ἐλεεινῶς ἀπεμαράνθη τῷ καύματι· ὡς νῦν εὐκαίρως τινὰ τὴν εὐαγγελικὴν ἀναστρέψαι φωνὴν, λέγοντα· Οἱ μὲν ἐργάται πολλοὶ, τὸ δὲ θέρος οὐδ᾽ ὀλίγον. Οἱ γεωργοὶ δὲ, ταῖς ἀρούραις ἐπικαθήμενοι, καὶ τὰς χεῖρας κατὰ τῶν γονάτων συμπλέκοντες (τοῦτο δὴ τῶν πενθούντων τὸ σχῆμα), τοὺς ματαίους ἑαυτῶν πόνους δακρύουσι, πρὸς παῖδας νηπίους ἀφορῶντες, καὶ ὀδυρόμενοι· πρὸς γυναῖκας ἀτενίζοντες, καὶ θρηνοῦντες, ἐπαφώμενοι καὶ ψηλαφῶντες τοὺς ξηροὺς χόρτους τῶν γεννημάτων, ἀνοιμώζοντες δὲ μεγάλα, καθάπερ οἱ πατέρες οἱ τοὺς ἐν ἄνθει τῆς ἡλικίας υἱοὺς ἀπολέσαντες.
Μετάφραση
Νέοι Ισραηλίτες, που αναζητούν νέο Μωυσή και ράβδο ικανή να θαυματουργήσει, ώστε και πάλι οι πέτρες, αφού χτυπηθούν, να θεραπεύσουν την ανάγκη του διψασμένου λαού, και παράδοξα νέφη να ρίξουν σαν ψιχάλα στους ανθρώπους ασυνήθιστη τροφή, το μάννα. Ας φοβηθούμε μήπως γίνουμε στους μεταγενέστερους μια καινούργια διήγηση λιμού και τιμωρίας. Είδα τους αγρούς και δάκρυσα πολύ για την ακαρπία τους· και ξέσπασα σε θρήνο, επειδή δεν χύθηκε πάνω μας βροχή. Άλλα μεν από τα σπέρματα ξεράθηκαν πριν καν φυτρώσουν, παραμένοντας στους βώλους του χώματος ακριβώς όπως τα έκρυψε το άροτρο· άλλα δε, αφού πρόβαλαν λίγο και βλάστησαν, μαράθηκαν αξιοθρήνητα από τον καύσωνα. Ώστε τώρα πολύ εύστοχα κάποιος θα μπορούσε να αντιστρέψει την ευαγγελική φωνή, λέγοντας: Οι μεν εργάτες είναι πολλοί, ο δε θερισμός ούτε καν ελάχιστος. Οι δε γεωργοί, καθισμένοι στους αγρούς και πλέκοντας τα χέρια πάνω στα γόνατά τους (διότι αυτό είναι το σχήμα εκείνων που πενθούν), δακρύζουν για τους μάταιους κόπους τους, αντικρίζοντας τα νήπια παιδιά τους και οδυρόμενοι· ατενίζοντας τις γυναίκες τους και θρηνώντας, αγγίζοντας και ψηλαφώντας τα ξερά χόρτα της σοδειάς, και βγάζοντας μεγάλους αναστεναγμούς, όπως ακριβώς οι πατέρες που έχασαν τους υιούς τους στον ανθό της ηλικίας τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες