Ψάλλωμεν δὴ οὖν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ λέγοντες πρὸς Θεόν “Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θά- ”νατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν.” φωτὶ γὰρ θείῳ κατηυγασμένοι, καὶ τῆς ἄνωθεν καὶ παρὰ Θεοῦ σοφίας λαβόντες εἰς νοῦν τὸ σέλας, ἀνάλωτοι μὲν ἐσόμεθα τοῖς ἐχθροῖς, διεκδύνοντες δὲ τὰ ἐκ θείας ὀργῆς, ἐν καλῷ ἐσόμεθα τῆς ἄνωθεν εὐθυμίας, καὶ ἐν Χριστῷ δὴ πάντως εὐημερήσομεν. <Καὶ νῦν ἵνα τί ἔγνως κακά; μὴ βασιλεὺς οὐκ ἦν σοι; ἢ ἡ βουλή σου ἀπώλετο, ὅτι κατεκράτησάν σου ὠδῖνες ὡς τικτούσης; ὤδινε καὶ ἀνδρίζου καὶ ἔγγιζε θύγατερ Σιὼν ὡς τίκτουσα, διότι νῦν ἐξελεύσῃ ἐκ πόλεως, καὶ κατασκηνώσεις ἐν πεδίῳ, καὶ ἥξεις ἕως Βαβυλῶνος· ἐκεῖθεν ῥύσεταί σε, καὶ ἐκεῖθεν λυτρώσεταί σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν σου.> Ἀφίξεται μὲν οὖν ἐπὶ σὲ, φησὶν, ἡ ἀρχὴ ἡ πρώτη. πλὴν τίς ἄρα ἐστὶν ἡ πρόφασις, δι᾽ ἢν τοῖς οὕτω δεινοῖς περιθραύῃ κακοῖς; τὸ γὰρ γνῶναι κακὰ, τὸ περιπεσεῖν ἐστιν ἐν τοῖς κακοῖς, ἤγουν τοῖς κακοῦν εἰωθόσι, φημὶ δὴ ταῖς τοῦ πολέμου συμφοραῖς. μὴ ἄρα σοι βασιλεὺς οὐκ ἦν; ἢ οὐ μεμελέτηκας βουλεύεσθαι σοφὰ, καὶ ἀρίστας ἐπὶ σεαυτῇ ποιεῖσθαι τὰς σκέψεις; ὑποπλήττει δὲ πάλιν εὐφυῶς, καὶ κατονειδίζει πλαγίως ὡς καὶ ἀσύνετον κομιδῇ καὶ Θεῷ προσκρούειν οὐ παραιτουμένην. καὶ τίς ὁ τρόπος, βραχυλογήσας ἐρῶ.
Μετάφραση
Ας ψάλουμε λοιπόν και εμείς οι ίδιοι λέγοντας προς τον Θεό: «Φώτισε τους οφθαλμούς μου, για να μην υπνώσω τον ύπνο του θανάτου, μήπως τυχόν πει ο εχθρός μου: Υπερίσχυσα εναντίον του». Διότι, καταυγαζόμενοι από το θείο φως και έχοντας λάβει στον νου τη λάμψη της άνωθεν και παρά Θεού σοφίας, θα είμαστε αλώβητοι από τους εχθρούς, και διαφεύγοντας από τα δεινά της θείας οργής, θα βρεθούμε στην ευνοϊκή κατάσταση της άνωθεν χαράς, και οπωσδήποτε θα ευημερήσουμε εν Χριστώ. <Και τώρα γιατί γνώρισες κακά; Μήπως δεν είχες βασιλιά; Ή μήπως χάθηκε η βουλή σου, και σε κυρίευσαν ωδίνες σαν της γυναίκας που γεννά; Κοιλοπόνα και δείξε ανδρεία και πλησίαζε, θυγατέρα Σιών, σαν αυτήν που γεννά, διότι τώρα θα εξέλθεις από την πόλη, και θα κατασκηνώσεις στην πεδιάδα, και θα φτάσεις έως τη Βαβυλώνα. Από εκεί θα σε γλιτώσει, και από εκεί θα σε λυτρώσει Κύριος ο Θεός σου από το χέρι των εχθρών σου.> Θα έρθει λοιπόν σε σένα, λέει, η πρώτη αρχή. Όμως, ποια είναι άραγε η αιτία, για την οποία συντρίβεσαι από τόσο φοβερά κακά; Διότι το να γνωρίσεις κακά, σημαίνει το να περιπέσεις στα κακά, δηλαδή σε εκείνα που συνηθίζουν να προξενούν κακό, εννοώ δηλαδή τις συμφορές του πολέμου. Μήπως άραγε δεν υπήρχε για σένα βασιλιάς; Ή μήπως δεν είχες φροντίσει να βουλεύεσαι σοφά, και να κάνεις για τον εαυτό σου τις πιο άριστες σκέψεις; Την επιπλήττει δε πάλι με ευφυή τρόπο, και την ονειδίζει πλαγίως ως εντελώς ασύνετη και ως μη αποφεύγουσα να προσκρούει στον Θεό. Και ποιος είναι ο τρόπος αυτός, θα τον πω με συντομία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες