ἔφη μὲν γάρ που πρὸς αὐτοὺς, ὅτε τὸν τῆς μαθητείας ἐπετίθει ζυγὸν καὶ πρὸς τὴν τῆς ἀποστολῆς ἀξίαν ἐκάλει “Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ”ἀνθρώπων.” ἵνα δὲ πάλιν αὐτοὺς ὡς ἐν τύπῳ πληροφορήσῃ παχεῖ, ὅτι δὴ πάντως τὸ εἰρημένον ἐκβήσεται, καὶ εἰς τὴν τῆς ἀληθείας ἐκτελευτήσει δύναμιν ἡ ὑπόσχεσις, ἐξ αὐτοῦ τοῦ μετὰ χεῖρας ὄντος ἐπιτηδεύματος ἀναπείθει σαφῶς. οἱ μὲν γὰρ μακάριοι μαθηταὶ τὰ ἐκ τῆς οἰκείας ἐνεργήσαντες τέχνης, ἰχθυοθῆραι δὲ ἦσαν, ἐπίασαν οὐδὲν, καίτοι δι᾽ ὅλης κεκοπιακότες τῆς νυκτός. πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης, ἀρξαμένου δὲ ἤδη διαχεῖσθαι φωτὸς καὶ τῆς ἡλίου βολῆς, ἔστη Ἰησοῦς ἐπὶ τὸν αἰγιαλόν. οἱ δὲ οὐκ ᾔδεσαν μὲν, ὅτι περ αὐτός ἐστι. διερωτῶντι γεμὴν καὶ λέγοντι μὴ ἆρά τι τῶν εἰς τραπέζης τελούντων χρείαν εἴσω γέγονε δικτύων αὐτοῖς, οὐδὲν τὸ παράπαν εἰληφέναι φασίν. εἶτα κελεύει καθεῖναι τὸ δίκτυον εἰς μέρη τοῦ πλοίου τὰ δεξιά· οἱ δέ Καίτοι διὰ νυκτὸς ὅλης εἰκαίους τε καὶ ἀνονήτους δαπανήσαντες πόνους, ἐπὶ τῷ σῷ ῥήματι σαγηνεύσομεν, φασίν. οὗ δὴ δρωμένου, τὴν τῶν ἀνελκόντων ἰσχὺν ἐβιάζετο λοιπὸν τῶν τεθηραμένων τὸ βαρός.
Μετάφραση
Διότι τους είπε βέβαια κάποτε, όταν τους επέβαλλε τον ζυγό της μαθητείας και τους καλούσε στο αξίωμα της αποστολής: «Ελάτε πίσω μου και θα σας κάνω να γίνετε αλιείς ανθρώπων». Και για να τους διαβεβαιώσει πάλι σαν με έναν απτό τύπο ότι σίγουρα όσα ειπώθηκαν θα πραγματοποιηθούν, και η υπόσχεση θα καταλήξει στη δύναμη της αλήθειας, τους πείθει σαφώς μέσα από το ίδιο τους το επάγγελμα που ασκούσαν. Διότι οι μακάριοι μαθητές, αφού ενήργησαν σύμφωνα με τη δική τους τέχνη, καθώς ήταν ψαράδες, δεν έπιασαν τίποτα, αν και είχαν κοπιάσει όλη τη νύχτα. Όταν όμως έγινε πλέον πρωί και άρχισε ήδη να διαχέεται το φως και οι ακτίνες του ήλιου, στάθηκε ο Ιησούς στον αιγιαλό. Αυτοί όμως δεν γνώριζαν ότι ήταν αυτός. Όταν μάλιστα τους ρώτησε και τους είπε μήπως τυχόν έπεσε μέσα στα δίχτυα τους κάτι που να χρησιμεύει για τροφή, αυτοί απαντούν ότι δεν έχουν πιάσει απολύτως τίποτα. Έπειτα, τους προστάζει να ρίξουν το δίχτυ στα δεξιά μέρη του πλοίου. Κι εκείνοι λένε: «Αν και ξοδέψαμε μάταιους και ανώφελους κόπους ολόκληρη τη νύχτα, εντούτοις, στο δικό σου λόγο θα ρίξουμε τα δίχτυα». Και όταν έγινε αυτό, το βάρος των αλιευμάτων ξεπερνούσε πλέον τη δύναμη εκείνων που τα τραβούσαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες