Ἦλθες ἀπολέσαι ἡμᾶς. Καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Φιμώθητι, καὶ ἔξελθε ἀπ᾽ αὐτοῦ. Καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾽ αὐτοῦ.» «Ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, καὶ ἀπεστέγασαν τὴν στέγην, καὶ χαλῶσι τὸν κράββατον ἐφ᾽ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, λέγει τῷ παραλυτικῷ· Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἔγειρε, καὶ ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ περιπάτει. »Ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ἐκ τῶν μνημείων ἄνθρωπος ἐξερχόμενος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν μακρόθεν, ἔδραμεν καὶ προσεκύνησεν αὐτὸν, καὶ κράξας φωνῇ μεγάλῃ λέγει· Τί ἐμοὶ καὶ σοὶ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Ὁρκίζω σε τὸν Θεὸν, μή με βασανίσῃς. Καὶ ἐπηρώτησεν αὐτόν· Τί ὄνομά σοι; Καὶ λέγει αὐτῷ· Λεγεὼν ὄνομά μοι. Καὶ παρεκάλουν αὐτὸν, ἵνα μὴ ἐξαποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων βοσκομένη, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν οἱ δαίμονες λέγοντες· Πέμψον ἡμᾶς εἰς τοὺς χοίρους, ἵνα εἰς αὐτοὺς εἰσέλθωμεν.
Μετάφραση
Ήλθες για να μας εξολοθρεύσεις. Και τον επιτίμησε ο Ιησούς λέγοντας: Σώπασε, και έβγα από αυτόν. Και βγήκε από αυτόν.» «Έρχονται προς αυτόν φέρνοντας έναν παραλυτικό, και αφαίρεσαν τη στέγη, και κατεβάζουν το κρεβάτι πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παραλυτικός. Βλέποντας δε ο Ιησούς την πίστη τους, λέγει στον παραλυτικό: Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου. Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα.» Ήλθε ο Ιησούς στη χώρα των Γαδαρηνών, και τον συνάντησε ένας άνθρωπος που έβγαινε από τα μνήματα κατεχόμενος από ακάθαρτο πνεύμα. Βλέποντας δε τον Ιησού από μακριά, έτρεξε και τον προσκύνησε, και κράζοντας με δυνατή φωνή λέγει: Τι σχέση υπάρχει μεταξύ εμού και σου, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε ορκίζω στον Θεό, μη με βασανίσεις. Και τον ρώτησε: Ποιο είναι το όνομά σου; Και του λέγει: Λεγεών είναι το όνομά μου. Και τον παρακαλούσαν να μην τους διώξει έξω από τη χώρα. Έβοσκε δε εκεί μια αγέλη χοίρων, και τον παρακαλούσαν οι δαίμονες λέγοντας: Στείλε μας στους χοίρους, για να εισέλθουμε σε αυτούς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες