Ὀψίας δὲ γενομένης, ὅτε ἔδυ ὁ ἥλιος, ἔφερον πρὸς αὐτὸν πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας, καὶ τοὺς δαιμονιζομένους· καὶ ἡ πόλις ὅλη ἐπισυνηγμένη ἦν πρὸς τὴν θύραν, καὶ ἐθεράπευσε πολλοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις, καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλε, καὶ οὐκ ἤφιε λαλεῖν τὰ δαιμόνια ὅτι ᾔδεισαν αὐτόν.» Οὐχ ἁπλῶς πρόσκειται τό, Ὅτε ἔδυ ὁ ἥλιος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνόμιζον μὴ ἐξεῖναί τινι θεραπεύειν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου, τούτου ἕνεκεν ἀνέμενον τὴν τοῦ ἡλίου δύσιν, καὶ τότε ἔφερον τοὺς θεραπευθησομένους· πολλοὺς δὲ ἐθεράπευσεν, ἀντὶ τοῦ, πάντας· οἱ γὰρ πάντες, πολλοί· ἢ οὐ πάντας ἐθεράπευσεν, ἦσαν γάρ τινες ἄπιστοι, οἳ οὐκ ἐθεραπεύθησαν διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν, ἀλλὰ πολλοὺς ἰάσατο ἐκ τῶν προσαχθέντων, δηλονότι τοὺς πίστιν ἔχοντας. Οὐκ ἠφίει δὲ τὰ δαιμόνια λαλεῖν, καθὼς εἶπον, διδάσκων ἡμᾶς μὴ πιστεύειν αὐτοῖς, κἂν ἀληθῆ λέγωσιν. Εἰ γὰρ εὕρωσί τινας ὅλως πιστεύοντας αὐτοῖς, τί οὐκ ἂν ποιήσαιεν, τοῖς ἀληθέσι παραμιγνύντες οἱ κατάρατοι τὰ ψευδῆ; Οὕτω καὶ ὁ Παῦλος ἐκώλυσε τὸ πνεῦμα τοῦ Πύθωνος, λέγοντος· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν· οὐ γὰρ ἤθελεν ὁ ἅγιος ἀπὸ ἀκαθάρτου στόματος συνίστασθαι καὶ μαρτυρεῖσθαι. «Καὶ πρωῒ ἔννυχον λίαν ἀναστάς, ἐξῆλθε, καὶ ἀπῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς ἔρημον τόπον, κἀκεῖ προσηύχετο, καὶ κατεδίωξαν αὐτὸν ὁ Σίμων, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ.
Μετάφραση
«Όταν δε βράδιασε, όταν έδυσε ο ήλιος, έφεραν προς αυτόν όλους τους ασθενείς και τους δαιμονισμένους· και όλη η πόλη ήταν συγκεντρωμένη στην πόρτα, και θεράπευσε πολλούς που έπασχαν από ποικίλες ασθένειες, και έβγαλε πολλά δαιμόνια, και δεν άφηνε τα δαιμόνια να μιλήσουν, επειδή τον γνώριζαν.» Δεν προστίθεται τυχαία το «Όταν έδυσε ο ήλιος», αλλά επειδή θεωρούσαν ότι δεν επιτρέπεται σε κανέναν να θεραπεύει την ημέρα του Σαββάτου, για αυτόν τον λόγο περίμεναν τη δύση του ηλίου, και τότε έφερναν όσους επρόκειτο να θεραπευτούν· αναφέρει ότι θεράπευσε «πολλούς», αντί του «όλους»· διότι οι όλοι είναι πολλοί· ή δεν τους θεράπευσε όλους, διότι υπήρχαν ορισμένοι άπιστοι, οι οποίοι δεν θεραπεύτηκαν εξαιτίας της απιστίας τους, αλλά γιάτρεψε πολλούς από όσους προσήχθησαν, δηλαδή αυτούς που είχαν πίστη. Και δεν άφηνε τα δαιμόνια να μιλούν, όπως είπα, διδάσκοντάς μας να μην τα πιστεύουμε, ακόμη κι αν λένε την αλήθεια. Διότι, αν βρουν κάποιους να τα πιστεύουν απόλυτα, τι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αυτοί οι καταραμένοι, αναμειγνύοντας τα ψεύδη με τα αληθινά; Έτσι και ο Παύλος εμπόδισε το πνεύμα του Πύθωνα, που έλεγε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του υψίστου»· διότι δεν ήθελε ο άγιος να λαμβάνει συστάσεις και μαρτυρία από ακάθαρτο στόμα. «Και πολύ πρωί, ενώ ήταν ακόμη βαθύ σκοτάδι, σηκώθηκε, βγήκε και αναχώρησε ο Ιησούς σε έρημο τόπο, και εκεί προσευχόταν, και τον αναζήτησαν επίμονα ο Σίμων και όσοι ήταν μαζί του.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες