Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρός, παρακαλῶν αὐτόν, καὶ γονυπετῶν αὐτόν, καὶ λέγων αὐτῷ, ὅτι Ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι· ὁ δὲ Ἰησοῦς σπλαγχνισθείς, ἐκτείνας τὴν χεῖρα, ἥψατο αὐτοῦ, καὶ λέγει αὐτῷ· Θέλω, καθαρίσθητι. Καὶ εἰπόντος αὐτοῦ, εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ ἡ λέπρα, καὶ ἐκαθαρίσθη.» Εὐγνώμων ὁ λεπρὸς καὶ πιστός, διὸ οὐκ εἶπε, ὅτι Ἐὰν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, ἀλλ’, Ἐὰν θέλῃς, ὡς Θεῷ πιστεύων αὐτῷ. Ἅπτεται δὲ αὐτοῦ ὁ Χριστός, ἵνα δείξῃ ὅτι οὐδὲν ἀκάθαρτον· ὁ γὰρ νόμος ἐκέλευε μὴ ἅπτεσθαι τοῦ λεπροῦ, ὡς ἀκαθάρτου· ἀλλ’ ὁ Σωτὴρ δεικνύων ὅτι ἀκάθαρτον οὐδέν ἐστι κατὰ φύσιν, καὶ ὅτι τὰ τοῦ νόμου καταργεῖσθαι δεῖ παρατηρήματα καὶ ὡς ταῦτα κρατεῖ κατὰ ἀνθρώπων ψιλῶν, ἅπτεται τοῦ λεπροῦ, καίτοιγε ὁ Ἐλισσαῖος τοσοῦτον ἐδεδοίκει τὸν νόμον, ὥστε καὶ τὸν Νεεμὰν μηδὲ ἰδεῖν ὑπομεῖναι, λεπρὸν ὄντα καὶ δεόμενον θεραπείας. «Καὶ ἐμβριμησάμενος αὐτῷ, εὐθέως ἐξέβαλεν αὐτόν, καὶ λέγει αὐτῷ· Ὅρα μηδενὶ μηδὲν εἴπῃς, ἀλλ’ ὕπαγε, σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ, καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου ἃ προσέταξε Μωσῆς, εἰς μαρτύριον αὐτοῖς· ὁ δὲ ἐξελθὼν ἤρξατο κηρύσσειν πολλά, καὶ διαφημίζειν τὸν λόγον, ὥστε μηκέτι αὐτὸν δύνασθαι φανερῶς εἰς πόλιν εἰσελθεῖν, ἀλλ’ ἔξω ἐν ἐρήμοις τόποις ἦν, καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν πανταχόθεν.» Καὶ διὰ τούτων διδασκόμεθα μὴ ἐπιδείκνυσθαι ὅταν τινὶ ἀγαθὸν ἐνδειξώμεθα.
Μετάφραση
«Και έρχεται προς αυτόν ένας λεπρός, παρακαλώντας τον και γονατίζοντας μπροστά του, και λέγοντάς του: Εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Ο δε Ιησούς, σπλαχνιζόμενος αυτόν, άπλωσε το χέρι του, τον άγγιξε και του λέει: Θέλω, καθαρίσου. Και μόλις το είπε, αμέσως έφυγε από αυτόν η λέπρα και καθαρίστηκε.» Ο λεπρός είναι ευγνώμων και πιστός, γι' αυτό δεν είπε «Εάν παρακαλέσεις τον Θεό», αλλά «Εάν θέλεις», πιστεύοντας σε αυτόν ως Θεό. Τον αγγίζει δε ο Χριστός για να δείξει ότι τίποτα δεν είναι ακάθαρτο. Διότι ο νόμος διέταζε να μην αγγίζουν τον λεπρό ως ακάθαρτο. Όμως ο Σωτήρας, αποδεικνύοντας ότι τίποτα δεν είναι ακάθαρτο εκ φύσεως, και ότι τα παρατηρήματα του νόμου πρέπει να καταργηθούν, καθώς και ότι αυτά ισχύουν για τους κοινούς ανθρώπους, αγγίζει τον λεπρό, καίτοι ο Ελισσαίος φοβόταν τόσο πολύ τον νόμο, ώστε δεν υπέμεινε ούτε να δει τον Νεεμάν, ο οποίος ήταν λεπρός και δεόταν θεραπείας. «Και αφού του μίλησε αυστηρά, τον απέπεμψε αμέσως και του λέει: Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν τίποτα, αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου όσα πρόσταξε ο Μωυσής, για να τους χρησιμεύσει ως μαρτυρία. Εκείνος, όμως, αφού αναχώρησε, άρχισε να κηρύττει πολλά και να διαδίδει το γεγονός, σε σημείο που να μην μπορεί πλέον ο Ιησούς να εισέλθει φανερά σε πόλη, αλλά βρισκόταν έξω σε έρημους τόπους, και έρχονταν προς αυτόν από παντού.» Και μέσα από αυτά διδασκόμαστε να μην επιδεικνυόμαστε όταν ευεργετούμε κάποιον.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες