Ὅρα δὲ τί λέγει, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ θέλει πολυγαμίαν, ὥστε ταύτην μὲν καταλιμπάνειν, ἑτέραν δὲ ἄγεσθαι γυναῖκα, καὶ πάλιν ταύτην καταλιμπάνειν, καὶ ἑτέρᾳ κολλᾶσθαι. Εἰ γὰρ τοῦτο ἦν, ἐποίησεν ἂν ἕνα μὲν ἄνδρα, πολλὰς δὲ γυναῖκας. Νῦν δὲ οὐ τοῦτο γέγονεν, ἀλλ’ ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν, ἕνα μιᾷ κελεύσας συνάπτεσθαι. Μήποτε δὲ καὶ οὕτω δυνάμεθα νοῆσαι τὸ παρὸν χωρίον. Ὁ λόγος ὁ διδασκαλικός, σπέρματα ἀγαθὰ ἐμβάλλων εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου, ἀνδρὸς λόγον ἐπέχει πρὸς τὴν ὑποδεχομένην αὐτὸν ψυχήν. Πολλάκις οὖν ὁ λόγος θέλων ὠφελῆσαι τὴν ὑποδεχομένην ψυχήν, καταλιμπάνει τὸν πατέρα αὑτοῦ, τουτέστι νοῦν ὑψηλόν, καὶ τὴν μητέρα αὑτοῦ, τουτέστι λέξιν κεκαλλωπισμένην. καὶ προσκολλᾶται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, ἤτοι τὰ πρὸς ὠφέλειαν τῆς ψυχῆς ἐκείνης διδάσκει, συγκαταβαίνων αὐτῇ καὶ νοῦν πολλάκις εὐτελῆ καὶ λέξεις ἰδιωτικὰς προτιμῶν. Καὶ λοιπὸν γίνονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν, τουτέστι, πιστεύει ἡ ψυχὴ σάρκα γενέσθαι τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Καὶ οὐδεὶς ἀνθρώπινος λογισμὸς δύναται χωρίσαι τὴν ψυχὴν ἀπὸ τῆς τοιαύτης πίστεως. «Καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ πάλιν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπηρώτησαν αὐτόν, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ὃς ἐὰν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὑτοῦ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται ἐπ’ αὐτήν. Καὶ ἐὰν γυνὴ ἀπολύσῃ τὸν ἄνδρα αὑτῆς, καὶ γαμηθῇ ἄλλῳ, μοιχᾶται.»
Μετάφραση
Πρόσεξε δε τι λέγει, ότι ο Θεός δεν θέλει την πολυγαμία, ώστε να εγκαταλείπει κάποιος τη μία και να παίρνει άλλη γυναίκα, και πάλι να εγκαταλείπει αυτήν και να προσκολλάται σε άλλη. Διότι, αν ίσχυε αυτό, θα είχε δημιουργήσει έναν άνδρα και πολλές γυναίκες. Τώρα όμως δεν έγινε αυτό, αλλά έπλασε άρσεν και θήλυ, διατάζοντας να συνάπτεται ο ένας με τη μία. Ίσως δε να μπορούμε να νοήσουμε το παρόν χωρίο και με τον εξής τρόπο. Ο διδακτικός λόγος, ρίχνοντας αγαθά σπέρματα στην ψυχή του πιστού ανθρώπου, επέχει θέση άνδρα απέναντι στην ψυχή που τον υποδέχεται. Πολλές φορές, λοιπόν, ο λόγος, θέλοντας να ωφελήσει την ψυχή που τον υποδέχεται, εγκαταλείπει τον πατέρα του, δηλαδή τον υψηλό νου, και τη μητέρα του, δηλαδή την καλλωπισμένη έκφραση, και προσκολλάται στη γυναίκα του, δηλαδή διδάσκει εκείνα που είναι προς ωφέλεια εκείνης της ψυχής, συγκαταβαίνοντας σε αυτήν και προτιμώντας πολλές φορές απλό νόημα και καθημερινές λέξεις. Και στο εξής γίνονται οι δύο μία σάρκα, δηλαδή, πιστεύει η ψυχή ότι ο Λόγος του Θεού έγινε σάρκα. Και κανένας ανθρώπινος λογισμός δεν μπορεί να χωρίσει την ψυχή από μια τέτοια πίστη. «Και μέσα στο σπίτι πάλι οι μαθητές του τον ρώτησαν για το ίδιο ζήτημα, και τους λέει: Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του και παντρευτεί άλλη, διαπράττει μοιχεία απέναντί της. Και αν μια γυναίκα χωρίσει τον άνδρα της και παντρευτεί άλλον, διαπράττει μοιχεία.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες