Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω, ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; Οὐδεὶς ἀγαθός, εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός· τὰς ἐντολὰς οἶδας; Μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, μὴ ἀποστερήσῃς. Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ ἀποκριθείς, εἶπεν αὐτῷ· Διδάσκαλε, ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ, ἠγάπησεν αὐτόν, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἕν σοι ὑστερεῖ, ὕπαγε, ὅσα ἔχεις πώλησον, καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι, ἄρας τὸν σταυρόν. Ὁ δὲ στυγνάσας ἐπὶ τῷ λόγῳ, ἀπῆλθε λυπούμενος, ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.» Τινὲς διαβάλλουσι τὸν νεανίσκον τοῦτον, ὡς ὕπουλόν τινα καὶ πονηρὸν καὶ πειραστικόν. Οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο· ἀλλὰ φιλοχρήματος μὲν ὁ ἄνθρωπος, οὐ πειραστὴς δέ. Ἄκουε γὰρ τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὅτι ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ἠγάπησεν αὐτόν. Διατί οὖν οὕτω πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίνατο ὁ Χριστός, λέγων·
Μετάφραση
«Αγαθέ Δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;» Και ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με αποκαλείς αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: Μην μοιχεύσεις, μην φονεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, μην αποστερήσεις. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Εκείνος δε, αποκρινόμενος του είπε: «Δάσκαλε, όλα αυτά τα φύλαξα από τη νεότητά μου». Ο δε Ιησούς, αφού τον κοίταξε, τον αγάπησε και του είπε: «Ένα σου λείπει: πήγαινε, πούλησε όσα έχεις και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό, και έλα να με ακολουθήσεις σηκώνοντας τον σταυρό». Εκείνος όμως συννέφιασε με αυτά τα λόγια και έφυγε λυπημένος, διότι είχε πολλά κτήματα. Μερικοί κατηγορούν αυτόν τον νεαρό ως δήθεν ύπουλο, πονηρό και ότι ήθελε να Τον πειράξει. Αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο· ο άνθρωπος αυτός ήταν μεν φιλοχρήματος, αλλά δεν είχε σκοπό να Τον δοκιμάσει. Άκουσε, άλλωστε, τον ευαγγελιστή, ο οποίος λέει ότι ο Ιησούς, αφού τον κοίταξε, τον αγάπησε. Γιατί, λοιπόν, του απάντησε έτσι ο Χριστός, λέγοντας:
Περισσότερα
Λεπτομέρειες